***6194 χιλιόμετρα  (+1000 ποδαράτα)– 63 ημέρες – 311 λτ βενζίνης***

 

Για όσους περιμένουν να διαβάσουν μεγαλεπήβολα πράγματα, περιπέτειες, περίεργες εξωτικές χώρες και ταλαιπωρία, να πω εκ των προτέρων ότι αυτό το καλοκαίρι ήταν η απόλυτη φλωριά. Τα περάσαμε υπέροχα, αλλά περιπέτεια δεν υπήρξε φέτος.

Μόλις 6 χώρες και όλες πολιτισμένες.

 

 

Που είναι εκείνες οι εποχές που ξεκινάγαμε 00:30 από Εύβοια, περνάγαμε νύχτα την υπέροχη ελληνική Lakouvostrada, μπαίναμε ξημερώματα Σκόπια διασχίζαμε πρωί το Κόσσοβο  για να βγούμε μεσημεράκι Μαυροβούνιο, και από εκεί απόγευμα πια στο Dubrovnik στην Κροατία. Που σταματάγαμε στο τέλος του φαραγγιού Τάρα (λίγο πριν την Podgorica, στο βενζινάδικο για ανεφοδιασμό και καφέ και γελάγαμε ο ένας με τη βρωμισμένη φάτσα του αλλουνού από τις ορδές καλοσυντηρημένων diesel του Κοσσόβου. Λες και ήμασταν μηχανοδηγοί καρβουνιάρη μετά από τούνελ)  Που είναι οι εποχές που επιστρέφαμε μέσω βόρειας Αλβανίας (Shkoder) και η χώρα μας φάνταζε το λίκνο του πολιτισμού; Γεράσαμε και αρχίσαμε τις μοτοσυκλετιστικές εκπτώσεις μου φαίνεται.

 Κάτσε να καταφύγω στις γνωστές δικαιολογίες. Εεεε, δεν ήταν η αλυσίδα για πολλά χιλιόμετρα, το καημένο το CBF έχει 150000χλμ και δυσανασχετεί, τα Σκόπια τα είδαμε, το φαράγγι Tara το έχουμε κάνει 3 φορές, η Αλβανία ίσως να μας φαινόταν πιο πολιτισμένη από την Ελλάδα, δεν είμαστε για τέτοιες κρίσεις αυτοπατριδογνωσίας…….

 Πλατιάζω πάλι, το ξέρω. Η ουσία είναι ότι είχα βρει ένα ωραίο εισιτηριάκι από Πάτρα για Βενετία σε δίκλινη εξωτερική καμπίνα μετ επιστροφής με μόλις 452€ οπότε δε μου πέρασε καν από το μυαλό η σκέψη να πάμε οδικώς.  Ομολογώ είμαι ο αρχιφλώρος του φόρουμ, το ξέρω, το επόμενο βήμα είναι να πάρω τροχόσπιτο. Παρεμπιπτόντως ωραία τα τροχόσπιτα, πάντα μου άρεσαν. Και τώρα που θα μας ξεσπιτώσει ο χοντρός ίσως είναι μια λύση, δεν αποτελούν τεκμήριο, δεν ηλεκτροδοτούνται από τη ΔΕΗ, οπότε γλιτώνουμε και το τέλος. (σσ: ο αρχηγός είπε στον χοντρό this is the end – μη ξεχνάμε ο αρχηγός τα μιλάει καλά τα ξένα- και ο χοντρός το έχασε στη μετάφραση και κατάλαβε είναι το τέλος (ακινήτων) ενώ αρχηγός κυριολεκτούσε εννοούσε ότι ήρθε το τέλος μας…..)

Τέλος πάντων βοήθειά μας… Στο προκείμενο τώρα.

 Ήταν 17 Ιουλίου αρματωθήκαμε, και ξεκινήσαμε για Πάτρα, μέσ’το καταμεσήμερο με 39 βαθμούς.

Είχα πάρει τηλέφωνο να επιβεβαιώσω την κράτηση και μου είπαν ότι θα φεύγαμε από το νέο λιμάνι. Όλα καλά μέχρι εκεί, μετά την Ιτέα είχε δροσίσει κιόλας οπότε φτάσαμε φρέσκοι και χαρούμενοι και ευτυχισμένοι στο νέο λιμάνι της Πάτρας. Έλα όμως που ως γνωστόν τα καράβια είναι μονίμως υπό πιθανή εγκυμοσύνη και έχουν εξ’αυτού μονίμως καθυστέρηση. Και λέω εγώ ο δόλιος, γιατί δεν μου το λέτε από το τηλέφωνο ότι συνήθως δεν είναι στην ώρα του και έχω ξεκινήσει μέσα στη ζέστη, ήξερα να περιμένω να πέσει ο ήλιος και μετά να ξεκινήσω. Τώρα βέβαια τι περίμενα; Το καράβι είχε το όνομα του χοντρού με ένα «Σοφ.» μπροστά, υπήρχε περίπτωση να μην ήταν καθυστερημένο; Έλα μου ντε, ας πρόσεχα.

 Κάποια στιγμή εμφανίστηκε, πάρκαρε, ξεφόρτωσε και μπήκαμε μέσα. Τι μεγαλεία ήταν αυτά;  Η δίκλινη με διπλό κρεβάτι και ψυγειάκι (με δύο σφραγισμένα μπουκαλάκια νερό μέσα!!)και τηλεόραση LCD και τραπεζάκι με καρέκλες, λέω στην Βιβή, λάθος μας βάλανε (εγώ δεν  έκλεισα Lux), θα μας πετάξουν έξω, μπάζωσε την πόρτα, και ετοιμάσου για τοπική άμυνα. Έβγαλα και τις μπότες σαν τελευταία γραμμή άμυνας και περίμενα έναν από τους υπηκόους του χοντρού (με το «Σοφ.» μπροστά)  να έρθει να μας διώξει , αλλά τελικά δε μας διώξανε.

 

 

Ωραία ήταν στο καράβι, κρουαζιέρα λέμε, όχι αστεία. Τρίτη 19 του μηνός Ιουλίου πρωί πρωί φτάσαμε στη Βενετία.

 

 

Εγώ δεν είχα ξαναπάει Βενετία, και το καράβι περνάει αργά αργά μπροστά από την πόλη. Ομολογώ ότι ήταν πολύ όμορφα, πολύ πιο όμορφα απ’ότι είχα φανταστεί. Kαι μόνο για αυτή τη βόλτα άξιζε να έρθει κανείς με το καράβι.

 

 

 

 

 

Φέτος, προορισμός μας ήταν η Istria στη βόρειο μέρος της Κροατίας κοντά στην Τριέστη, και συγκεκριμένα το υπέροχο, μαγευτικό, καταπληκτικό Rovinj. Μόλις 260 χιλιόμετρα από τη Βενετία, και για να το κάνω λίγο πιο ενδιαφέρον είχα αποφασίσει αν μην μπω Κροατία από το συνοριακό πέρασμα (Σλοβενίας-Κροατίας) στο Koper αλλά να πάω λίγο βορειότερα και να μπω κοντά στο Buzet. Ο λόγος κυρίως είναι ότι η Istria είναι από του δημοφιλέστερους τουριστικούς προορισμούς, και στο συνοριακό πέρασμα στο Koper γίνεται χαμός και έχει τεράστιες ουρές.

Το Qstarz λέει ότι από την Πάτρα ως το Rovinj η διαδρομή ήταν 1520χλμ, εκ τω οποίων τα 1230χλμ ήταν «καραβίσια». Επίσης λέει ότι το καράβι πήγαινε με 40-42χλμ/ώρα.

 

Η Κροατία σε 2 χρόνια θα είναι μέλος της ΕΕ οπότε από φέτος δε χρειάζεται κανείς διαβατήρια, αρκεί η κανονική ταυτότητα. Έλα όμως που έχουμε γίνει ο περίγελος της Ευρώπης. Φτάνουμε λοιπόν στα σύνορα Σλοβενίας-Κροατίας, και κατά την έξοδο από τη Σλοβενία, μας σταματάνε. Συνήθως, τα προηγούμενα χρόνια, κατά την έξοδο από Σλοβενία προς Κροατία οι Σλοβένοι δεν ασχολούνταν ιδιαίτερα καθόσον είμαστε Ευρωπαίοι (τρομάρα μας). Φέτος όμως πετυχαίνουμε στριφνή Σλοβένα, που μας σταματάει και ζητάει διαβατήρια. Της δίνει η Βιβή ταυτότητες, και παθαίνει παρακουμπάμπαλο (ή αλλιώς ψυχικό τραλαλά τσίου τσίου μπαμ μπαμ). Αρχίζει και τις γυρίζει μπροστά πίσω κουνάει το κεφάλι μουρμουράει, ξεφυσάει, βαριανασαίνει, λέει κάτι ξόρκια, ρωτάει «τι είναι αυτά;»,  «Ελλάδα τι περιμένεις», ξαναλέει κάτι στα Σλοβένικα, ξαναρχίζει τα «Ελλάδα τι περιμένεις», φωνάζει και τους άλλους, μας βάζει να βγάλουμε τα κράνη (πρωτοφανές αυτό), κουνάει συγκαταβατικά το κεφάλι και λέει «μάλλον πρέπει να είναι σωστά», και μας αφήνει να περάσουμε.

Αυτό δεν είναι καλό σημάδι λέω στη Βιβή, που να’ξερα τι μπινελικογκρίνια θα τρώγαμε παρακάτω από του Γερμανούς συμμάχους μας.

 Ευτυχώς στην μεριά των Κροατών δεν είχαμε προβλήματα. Η αλήθεια είναι ότι μάλλον δεν πρέπει να μοιάζουν οι ταυτότητές μας και πολύ με των άλλων Ευρωπαίων διότι όπου τις δείξαμε τις κοίταζαν σαν την αγελάδα το τρένο. Ούτε ταυτότητες που να μοιάζουν με των υπολοίπων Ευρωπαίων δεν καταφέραμε να φτιάξουμε σε αυτή τη χώρα.

Η διαδρομή από Buzet προς Rovinj είναι από επαρχιακούς δρόμους και η φύση οργιάζει, ούτε κίνηση ούτε τίποτα ενοχλητικό. Η Κροατία είναι όμορφη, πολύ όμορφη χώρα και δυστυχώς αρκετά πιο Ευρωπαϊκή (σε φιλοσοφία και λειτουργία) σε σχέση με την Ελλάδα.

Εναλλακτικά θα μπορούσαμε να είχαμε προσεγγίσει το Rovinj από τη γρηγορότερη διαδρομή, δηλαδή από Koper. Οι Κροάτες (που εμείς θεωρούμε υπανάπτυκτους) έχουν φτιάξει τα τελευταία 3 χρόνια έναν καταπληκτικό αυτοκινητόδρομο που από το Koper σε βγάζει Porec, Pula , Rijeka γρήγορα και εύκολα. Συνεπώς από Βενετία μόλις 20-30 χιλιόμετρα είναι μη αυτοκινητόδρομος αν θέλει κανείς να φτάσει στην Istria.

 Μερικές χρηστικές πληροφορίες. Στη Σλοβενία αν θες να χρησιμοποιείς αυτοκινητοδρόμους πρέπει να έχεις κολλημένη σε εμφανές σημείο μια βινιέτα. Δεν ξέρω αν έχει για μικρότερο χρονικό διάστημα, εμείς πήραμε για 6 μήνες και το κόστος ήταν 25 ευρώ. Στη Σλοβενία η βενζίνη ήταν 1.27 περίπου ενώ στην Κροατία γύρω στο 9.8 kn (δηλαδή 1.36ευρώ) ανά λίτρο.

 Για το Rovinj τι να πρωτοπώ, ένας από τους αγαπημένους μου προορισμούς. Μια πόλη 14000 μόνιμων κατοίκων και πολλαπλάσιων τουριστών το καλοκαίρι.

 

 

Η παλιά πόλη μαγευτική και πανέμορφη, με τα πλακόστρωτα καλντερίμια της. Ιδανική για βόλτα με κατάληξη την Αγία Ευφημία στην κορυφή του λόφου και ένα καταπληκτικό ηλιοβασίλεμα. Δεν είμαι ειδικός και δεν μπορώ να το εξηγήσω, αλλά η πόλη αυτή έχει φωτογένεια. Είναι πανεύκολο να βγάλεις καλές φωτογραφίες. Είναι η κατεύθυνση που κινούνται τα σύννεφα; Είναι ο προσανατολισμός της πόλης; Δεν ξέρω, πάντως δε νομίζω ότι έχω δει άσχημη φωτογραφία του Rovinj.

 

  

 

 

 Αυτό που με εντυπωσιάζει κυρίως σε χώρες όπως η Κροατία και η Σλοβενία είναι το πόσο ανθρώπινες είναι οι πόλεις τους. Δεν συζητάω για Αυστρία, Γερμανία κ.λ.π. που το ψιλοθεωρούμε όλοι δεδομένο ότι είναι πολιτισμένες.

  

Περπατάς στην κεντρική λεωφόρο και θες να περάσεις απέναντι, πλησιάζεις τη διάβαση και είναι αυτονόητο ότι θα σταματήσουν αμέσως και από τα δύο ρεύματα για να περάσεις. Κάθε χρόνο τις πρώτες δύο – τρεις μέρες επηρεασμένος από τη μίζερη ελληνική πραγματικότητα, σταματάω με άγχος στη διάβαση. Μετά από λίγες μέρες σου γίνεται πια βίωμα ότι δε χρειάζεται να έχεις άγχος, απλώς πας στη διάβαση και θα σταματήσουν να περάσεις, με χαμόγελο, χωρίς κόρνες, βρισίδια και τα υπόλοιπα τριτοκοσμικά. Πόσο απλά θα έπρεπε να είναι τελικά τα πράγματα;

 Πας για ψώνια, δε σε σπρώχνουν, δεν προσπαθούν να σου φάνε τη σειρά, οι τιμές είναι εμφανείς και ίδιες για όλους, ντόπιους και τουρίστε. Στο Roving, φάγαμε τα νοστιμότερα και φθηνότερα φρούτα της χρονιάς. Όχι τις βλακείες (που συνήθως είναι από ψυγεία ακόμη και όταν είναι στην εποχή τους) σε κουλές τιμές που έχουμε εδώ. 

Και όλα αυτά σε μια υπερτουριστική περιοχή, τι να πω η σύγκριση είναι ταπεινωτική.

 

Κάνω μια παρένθεση. Το 2006 που ήταν η πρώτη χρονιά που ταξίδεψα με τη μηχανή στο εξωτερικό και η απόφαση πάρθηκε ως εξής. Κάναμε διακοπές στη Μυτιλήνη, στα Βατερά. Αγαπημένο μέρος η Λέσβος, κάθε χρόνο πηγαίναμε για 15-20 ημέρες. Η μηχανή ήταν καινούργια και το σκεφτόμασταν να πάμε και έξω για λίγες ημέρες. Και εκεί που πίναμε ούζο πάρθηκε η απόφαση να πάμε Dubrovnik Κροατία. Υπήρχε ο φόβος του αγνώστου και η Βιβή ανέλαβε να πάρει τηλέφωνο σε μερικά (πασίγνωστα) ταξιδιωτικά γραφεία στην Αθήνα, να πάρει πληροφορίες για ξενοδοχεία και δωμάτια.

Κανένας από τους υπαλλήλους που μίλησε, δεν ήξερε καν το Dubrovnik, και όλοι ρώταγαν σε ποια χώρα ήταν, με αποκορύφωμα έναν υπάλληλο πασίγνωστου γραφείου που αναφώνησε «μα καλά που τη βρήκατε αυτή τη χώρα;»

Αυτή η χώρα λοιπόν από το 2006 και μετά που την είδαμε είναι έτη φωτός μπροστά σε υπηρεσίες, τιμές και φιλικότητα σε σχέση με την Ελλάδα μας. Και όλα αυτά τα χρόνια, Κροατία πάμε από το 2006 ως και φέτος κάθε χρόνο, βλέπουμε αυτή τη χώρα να φτιάχνει απίστευτες υποδομές (αυτοκινητοδρόμους), να έχει πάμπολλα εθνικά πάρκα αξιοποιημένα και προστατευμένα και δυστυχώς και ένα επίπεδο πολιτισμού (του πραγματικού της καθημερινότητας όχι αυτό του δήθεν κουλτουριάρικου) που δεν το προσεγγίζουμε με τίποτα. Όχι ότι εκεί είναι ο παράδεισος με τους αγγέλους αλλά είναι πολύ καλύτερα από εδώ!

 Και πριν προλάβετε να πείτε ότι είδα την τουριστική πλευρά της χώρας, να σας προλάβω και να πω ότι επίτηδες έχω κάνει διαδρομές μακριά από τουριστικούς προορισμούς στα σύνορα Βοσνίας και Σερβίας, έχω περάσει από χωριά όπου ακόμη φαίνονται οι τρύπες στους τοίχους από τις σφαίρες και τις οβίδες, φτωχά χωριά αλλά με αξιοπρέπεια. Όπως ήταν και η Ελλάδα σε κάποια απομακρυσμένα χωριά τα πρώτα χρόνια που ταξίδευα με μηχανή.

Και ρωτάω γιατί; Είναι ομορφότερη χώρα; Όχι βέβαια, είναι πανέμορφη αλλά και η Ελλαδίτσα μας είναι πανέμορφη και μάλιστα στο κομμάτι των παραλιών ακόμη ομορφότερη. Η απάντηση που εγώ έδωσα στο εαυτό μου αλλά δεν είμαι κοινωνιολόγος ή ιστορικός για να το παίζω ειδήμων, είναι ότι οι άνθρωποι εκεί έχουν εντονότερο το στοιχείο της κοινωνικής συνείδησης, ίσως είναι περισσότερο «εμείς» και λιγότερο «εγώ». Προσπαθούν περισσότερο για ένα κοινό καλό (που φαντάζομαι ότι πιστεύουν ότι θα φέρει και το ατομικό καλό) παρά για το ατομικό καλό (που συνήθως είναι εις βάρος του γείτονα, του ξένου, της κοινωνίας).

Και μετά έρχεται το αναπόφευκτο ερώτημα, ήμασταν πάντα έτσι; Δεν ξέρω. Ο μεγαλοδύναμος (αν υπάρχει) ήταν αρκετά σοφός και μας έδωσε ένα σχετικά μικρό διάστημα που μας αναλογεί στη γη οπότε δεν ξέρουμε πραγματικά πως ήταν, ξέρουμε αυτό που μας μεταφέρεται από γενιά σε γενιά.

Εγώ ΘΕΛΩ να πιστεύω ότι δεν είμαστε έτσι από κατασκευής μας εμείς οι Έλληνες, ΘΕΛΩ να πιστεύω ότι αυτοί οι ξεφτιλισμένοι που μας κυβερνούν όλες αυτές τις δεκαετίες (που εγώ έχω ζήσει), απλά καλλιέργησαν όλα τα αρνητικά που είχαμε λόγω ράτσας ή γονιδίου ή διασταυρώσεων ή λόγω θέσης και κλίματος. Γιατί αν δεν το δω έτσι τότε, δεν υπάρχει ελπίδα για εμάς. Και αυτό είναι πραγματικά θλιβερό!!

  

Το ακόμη πιο εντυπωσιακό, για τον Έλληνα του 2011 (αλλά αμφιβάλω κατά πόσο θα ισχύει για τον Έλληνα του 2012) είναι ότι μπορεί χωρίς δεύτερη σκέψη να καθίσει σε οποιοδήποτε από τα εστιατόρια που βρίσκονται στην παλαιά πόλη. Είναι δεδομένο ότι θα υπάρχει κατάλογος με τυποποιημένες τιμές, και ότι μπορείς να φας καλά ξεκινώντας από 7-8ευρώ το άτομο.

  

 

 

 

 

Καταπληκτικό νόμισμα αυτό το kuna. Τον Ιούλιο η ισοτιμία ήταν 1ευρώ=7.36kn τον Αύγουστο 1ευρώ=7.45kn

Τόσο χρόνια που πάμε οι τιμές είναι σχεδόν αμετάβλητες, καπουτσίνο 8-10kn, παγωτό (η μπάλα) 6-7kn.

 

 

Κάτσαμε αρκετές μέρες στο Rovinj, το ρίξαμε στο περπάτημα, στα μπάνια και τις μπύρες κα το καταευχαριστηθήκαμε. Άραξε και η μηχανή, ξεκλείδωτη φυσικά, στο δρόμο μπροστά στο διαμέρισμα.

 Μια τυπική μέρα στο Rovinj

 

 

 

 

Αλλά είπαμε, άλλες χώρες αυτές…άγχος να την κλέψουν δεν υπήρχε. Έλληνα δε είδαμε πουθενά, ευτυχώς κάποια στιγμή είδαμε δύο ελληνικά υπερπολυτελή γιότ στη μαρίνα και θυμηθήκαμε την πατρίδα.

Η green zone ή αλλιώς Zlatni Rt Forest Park, ένα μεγάλο πάρκο με πολλά είδη κωνοφόρων που φτάνουν μέχρι τη θάλασσα, κατά μήκος της ακτογραμμής, σε μήκος πάνω από 10χλμ.

 

 

 

 

Μπορεί κανείς να το προσεγγίσει είτε από την πόλη απ’ευθείας περπατώντας ή να παρκάρει στα πάρκινγκ που βρίσκονται στις εισόδους του και να κατέβει στην παραλία με τα πόδια.

 

 

Στα δρομάκια του γίνεται ο χαμός από ποδήλατα, και περιπατητές, υπάρχουν αρκετά beach bar κάτω από τα πεύκα και μερικά μικρά εστιατοριάκια.  Οι παραλίες είναι βραχώδεις (καμία σχέση με τις αμμουδερές τις δικές μας) αλλά καθαρές και με ωραία χρώματα.

 

 

 

 Στο τέλος του πάρκου στη νότια πλευρά υπάρχει ένα τεράστιο κάμπινγκ (polaris). Διαθέτει 1650 θέσεις με ηλεκτρική παροχή και μπορεί να φιλοξενήσει 4900 ανθρώπους την ημέρα. Πρόκειται για ένα τεράστιο χώρο, πεντακάθαρο και οργανωμένο.

 

 

 

 

Κάπου εδώ πρέπει να σας μιλήσω για του «οικολόγους» «φυσιολάτρες» Ευρωπαίους. Ο Ευρωπαίος, λοιπόν φίλος της κατασκήνωσης και της φύσης απέχει λίγο (τόσο δα) από αυτό που εμείς έχουμε στο μυαλό μας για κατασκηνωτή. Και για να συνεννοούμαστε, εγώ και φαντάζομαι πολλοί από εσάς, έχουν στο νου τους κάποιον που διαβιώνει σπαρτιάτικα στη φύση. Μια σκηνή, ένα sleeping bag, άντε κανά γκαζάκι για καφέ και αυγά.

Ε λοιπόν όχι!

 Το έχουμε πάρει λάθος το θέμα. Ο μέσος Ευρωπαίος κατασκηνωτής, ο Ευρωπαίος που τα βάζει με τους πεινασμένους λαούς της Αφρικής που καίνε ξύλα για να μαγειρέψουν, και προσπαθούν να τους πασάρουν ηλιακά φουρνάκια για το καλό της ανθρωπότητας, δεν είναι έτσι. Ο «οικολόγος» Ευρωπαίος που τα έχει βάλει με τις γελάδες διότι με τις κλ@νιές τους αυξάνουν τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίων και προσπαθεί να βρει τρόπο να τις μεταλλάξει δεν είναι έτσι! 

Είπαμε είναι οικολόγος!  Ανακυκλώνει, χρησιμοποιεί ηλεκτρονικούς λαμπτήρες, δεν αφήνει τις συσκευές σε stand by, δεν αφήνει το νερό να τρέχει όταν πλένει τα δόντια του ή ξυρίζεται. Οπότε φυσικά ο άνθρωπος αυτός πάει κατασκήνωση για να είναι μέρος της φύσης. Παίρνει λοιπόν το 3λιτρο (και βάλε) οικολογικό station wagon, κοτσάρει πίσω και ένα 8μετρο τροχόσπιτο. Μη βιάζεστε δεν τελειώσαμε…

 Στο πίσω μέρος του τροχόσπιτου, δένει και δύο BMW R1200 GS ή R1200 RT (εξαρτάται πόσο περιπετειώδης είναι), 4-5 ποδήλατα (τώρα είναι της μόδας τα ηλεκτρικά – έχει γεμίσει ο τόπος από δαύτα), 1-2 windsurf, και αν είναι μερακλής και 1-2 scooter. Με την άφιξη στο χώρο κατασκήνωσης, ο ολιγαρκής «οικολόγος» «φυσιολάτρης» Ευρωπαίος, απλώνει την τέντα με το επιπλέον σαλονάκι (άλλα 30 τετραγωνικά), στήνει τη δορυφορική κεραία, στήνει την ατομική ντουσιέρα, μπάρμπεκιου, εξωτερική κουζίνα σε ξεχωριστή τέντα (ε να μη μυρίσει και το τροχόσπιτο τηγανίλα…

 Καταλαμβάνει δηλαδή χώρο πάνω από 80-90 τετραγωνικά και ονειρεύεται πότε επιτέλους η Volvo θα βγάλει την FH16 ΜΚΙΙ σε caravan layout, να μπορέσει να πάρει και τα μεγάλα σκουτερ, την πισίνα, το κότερο και τον προσωπικό του κήπο. 

Εννοείται ότι την επόμενη χρονιά τα έχει πουλήσει όλα αυτά και έχει πάρει τα επόμενα μοντέλα, με τις φοβερές αναβαθμίσεις και βελτιώσεις(νέα led φωτάκια και βελτιωμένη σίτα στο σιφώνι του μπάνιου). Άσε που το νέο μοντέλο καίει και λιγότερο, μόλις 21λίτρα/100χλμ (με όλα αυτά που σέρνει) αντί για 21.5 του προηγούμενου μοντέλο. Ξυπνάτε αντιοικολογικά βλαχάκια του νότου και των Βαλκανίων, αυτή είναι οικολογία ρεεεεεεε. 

Και για να μην ξεχαστώ, υπογράψτε να εξολοθρεύσουμε όσους μαύρους της Αφρικής αρνούνται να πάρουν τα ηλιακά φουρνάκια και συνεχίζουν να καίνε ξύλα για το μαγείρεμα. Είναι επικίνδυνοι για τον πλανήτη! 

Think Green και πράσινη ανάπτυξη που λέει κι ο αρχηγός!!!!

Κάπου εδώ τελειώνει και το κεφάλαιο «Ευρωπαίος και Οικολογία»

-------------------------------------------------------------------------------------------------------

Και οι διακοπές στην Κροατία καλά κρατούσαν με εξαίρεση ένα μικρό αμελητέο προβληματάκι, έκανε κρύο……

Εντάξει όχι ακριβώς κρύο αλλά δεν σου έκανε και κέφι να μπεις στη θάλασσα, μέγιστη θερμοκρασία 26-27, βροχούλες και καταιγιδούλες σε καθημερινή βάση, χάσαμε 4-5 μπάνια από αυτή τη δουλειά.

 Εδώ να μην ξεχάσω να αναφέρω ότι, αυτοί οι «απολίτιστοι» «υπανάπτυκτοι» Κροάτες, είχαν μια τουριστική προσφορά για κινητή τηλεφωνία. Με 50kn (7ευρώ) έπαιρνες sim και μιλούσες σε όλα τα σταθερά οπουδήποτε στην Ευρώπη με 0,01ευρώ το λεπτό (άρα για 700 λεπτά σύνολο!!) και δώρο και 100ΜΒ, οπότε είχαμε και Internet για τα βασικά τουλάχιστον (καιρός, agps data, κ.λ.π.) 

Mία από τις ημέρες που η πρόβλεψη μιλούσε για βροχές αποφασίσαμε να επισκεφθούμε ένα νησί, η για να είμαι ακριβής ένα σετ από νησάκια που ήταν σχετικά κοντά. Συγκεκριμένα τα Cres και Losinj. Υπήρχε ferry (παντόφλα) από Brestova, οπότε ένα πρωινό πήραμε το δρόμο για Brestova.

  

 

Οργανωμένα πράγματα, δρομολόγια κάθε 1μιση ώρα περίπου. Κόστος κάθε διαδρομής (δύο άτομα + μηχανή) 74kn (10ευρώ περίπου) για μια διαδρομή 20 λεπτών.  (Ρίξτε μια ματιά στην πρώτη φωτογραφία, το τελευταίο που θα περίμενα να δω).

  

 Αυτά τα δύο νησάκια (το Cres και το Losinj) ενώνονται με μια μικρή σε μήκος γεφυρούλα και είναι πνιγμένα στη βλάστηση. Ο δρόμος από την Porozina μέχρι το Veli Losinj που είναι και το τέρμα του δρόμου (τέρμα κάτω), κατά τόπους της συμφοράς, αλλά η θέα είναι καταπληκτική.

 

 Όμορφα νησάκια, άξιζε η βόλτα και η βροχή που τελικά φάγαμε. Πολλές ξερολιθιές, όμορφες κωμοπόλεις, πολλές με προστατευμένο κέντρο όπου δεν επιτρέπονται τα αυτοκίνητα. Στο νησάκι cres υπάρχει και η λίμνη Vrana, που είναι μια από τις βαθύτερες λίμνες γλυκού νερού στην ανατολική Ευρώπη, με βάθος που φτάνει τα 75 μέτρα. Φυλάσσεται και δεν επιτρέπεται η πρόσβαση καθώς το νερό της είναι καλής ποιότητας και χρησιμοποιείται για την ύδρευση του νησιού. Καθόσον αποτελεί γεωλογικό παράδοξο υπάρχει και σχετικός μύθος που συνοδεύει την ύπαρξή της. Για περισσότερες πληροφορίες αξίζει να επισκεφθείτε το http://www.island-cres.net.

 

 

 

Και στα δύο αυτά νησιά υπάρχει εκτεταμένο δίκτυο μονοπατιών για τους επίδοξους εξερευνητές και περιπατητές. Εμείς περάσαμε τη γεφυρούλα που ενώνει τα δύο νησάκια και καταλήξαμε στο μαγευτικό Veli Losinj αφού φυσικά πρώτα περάσαμε από το Mali Losinj, που είναι και ο μεγαλύτερος οικισμός, αλλά το Veli είναι εξαιρετικά γραφικός. Πραγματικά υπέροχα μέρη. Καφεδάκι στον κολπίσκο και επιστροφή από την ανάποδη διαδρομή στο Rovinj.

 

 

 

 

 

 

  

 

Στο Rovinj τα ίδια χάλια, μπάνια, βόλτες, μπύρες, τραγική η κατάσταση, έπρεπε να αποφασίσουμε για τη συνέχεια. Με τριβέλιζε η ιδέα να ξανανέβουμε Φινλανδία, αλλά μην ξεχνάμε ότι η μηχανή είχε πλεόν κοντά στα150000χλμ, η αλυσίδα οριακά θα έβγαζε αυτά τα 12000χλμ πήγαινε έλα. Αποφασίσαμε να ανέβουμε μερικές μέρες στην Αυστρία στο Fusch στους πρόποδες του Grossglockner και από εκεί βλέποντας και κάνοντας. Έτσι και αλλιώς στην επιστροφή θα ξαναγυρνούσαμε από Rovinj και το φίλο μας τον Ivan, για μερικές μέρες ώστε 11 Σεπτέμβρη να φύγουμε για Βενετία.

Έχω μια μανία με τη στατιστική, κρατάω στατιστικά για τα πάντα, οπότε το κόστος ανά ημέρα της διαμονής μας στην Κροατία (συμπεριλαμβανομένων των πάντων – βενζίνες, διαμονή σε πλήρως εξοπλισμένο διαμέρισμα, φαγητό, καφέδες, souvenir κ.λ.π.) ήταν 56,64ευρώ (ανά ημέρα). Και δώρο ένα λίτρο γκράπα (ουσιαστικά το τσίπουρο το δικό μας – που είναι τοπικό προϊόν) από το φίλο μας τον Ivan κατά την αναχώρησή μας.

 Στην Κροατία είχα παρατηρήσει και κάτι περίεργο, αλλά δεν του είχα δώσει μεγάλη σημασία. Οι περισσότεροι Γερμανοί που έμεναν στα υπόλοιπα δωμάτια του ξενώνα, δεν ήταν πολύ φιλικοί όταν μάθαιναν ή καταλάβαιναν ότι είμαστε Έλληνες. Με αποκορύφωμα ένα μπινελίκι που μας έριξε μια Γερμανίδα (προφανώς μη γνωρίζοντας ότι ξέρω γερμανικά) έτσι στα καλά του καθουμένου την ώρα  που περνούσε από δίπλα. Η συνέχεια του ταξιδιού θα ήταν δυσάρεστη σε αυτό το κομμάτι. 

Τα φορτώσαμε, λοιπόν όλα στο απίθανο CBF και φύγαμε για Fusch. Πάλι από Buzet για να αποφύγω την κίνηση και φτάνοντας στο Σλοβένικο φυλάκιο να’σου πάλι η ίδια Σλοβένα που ήταν και κατά την είσοδο. Αυτή τη φορά απλώς έσκασε και αυτή και εμείς στα γέλια και περάσαμε χωρίς προβλήματα με τις ταυτότητες. Τη Σλοβενία την περνάει κανείς χωρίς διόδια και άλλες καθυστερήσεις, αρκεί να έχει κολλημένη τη βινιέτα. Σταματήσαμε σε ένα από Rest station στην εθνική και όπως όλα αυτά τα χρόνια η σύγκριση με την ελληνική πραγματικότητα φέρνει συναισθήματα θλίψης. Kαθαριότητα, φιλική εξυπηρέτηση, φτηνές τιμές, όμορφο περιβάλλον.  Ακριβώς τα πράγματα που λείπουν από τα δικά μας αντίστοιχα με λίγες δυστυχώς εξαιρέσεις.

 

  

 Έχουμε περάσει πάμπολλες φορές από το Karavankel tunnel οπότε λέμε να περάσουμε από το Wurtzen pass έτσι για την αλλαγή. Είχαμε ξαναπεράσει από το Wurtzen πριν αρκετά χρόνια ένα βράδυ μαύρα μεσάνυχτα με ομίχλη και κρύο, κατεβαίνοντας για Dubrovnik. Είχαμε αισθανθεί τότε σα λαθρομετανάστες, στενός δρόμος, ομίχλη έλατα, μαύρη νύχτα. Για να δούμε πως είναι στο φως της ημέρας.

Γεμίζουμε λίγο πριν αφήσουμε τη Σλοβενία μια που η βενζίνη είναι αρκετά φθηνότερη στη Σλοβενία από την Αυστρία και αρχίζουμε την ανάβασή του. Όντως, καλά τα θυμόμουν στενός δρόμος, έλατα και 18% κλίση στο κατέβασμα. Όμορφη όμως διαδρομή με ελάχιστη κίνηση, καθώς όλοι σχεδόν πάνε από το Karavankel. Άξιζε τον κόπο να σταματήσουμε στο Bunker museum, είδα τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα και την ταμπέλα και τα τανκς αλλά δεν είχα διαβάσει σχετικά, ήμασταν και φορτωμένοι.

Τώρα που το έψαξα στο ιντερνετ, συνειδητοποιώ ότι θα είχε ενδιαφέρον. Αντιγράφω από το site του μουσείου:

 A Top-Secret Facility for Decades – Now Open for Everyone!

Cold War between East and West: Austria installs a secret network of Bunkers, field fortifications and barrages. They are meant to save the small and neutral Alpine Republic from attacks and marching throughs.

It was also on the Wurzenpass in Carinthia that decade-long and intensive war preparations were taking place – for the protection of the Austrian state border and the defense of the military key area of Arnoldstein/Villach. In 1968 (Prague Spring) and 1991 (Civil War in Yugoslavia) the Austrian Armed Forces were put on alert and soldiers occupied their positions ….

The “Bunker Museum Wurzenpass/Carinthia” offers for the first time the possibility to get an impression of those original bunkers prepared during the Cold War. This is the place where you can have a look at a comprehensive documentation and exhibition dealing with the – until now – secret and unknown history of the Austrian Field Fortifications and their “Barrage Troops” (1955-2005).

Set off for an impressive recce tour in our large, fenced-in museum area of more than 11,000 m2 where you can discover, across a spacious trench system, the bunker station itself, fitted with:

two bunkered 105 mm Centurion tank turrets (including camouflage huts and dummy positions)

an antiaircraft position with a cal .50 heavy machine gun

covered fighting positions and communications trenches

command and control as well as supply compartments

fortified positions with overhead cover

Constructed between 1963 and 1995, this – until 2002 fully operational – fortification, fitted with original equipment, produces a particular effect on its own. Audio-visual media, posters and additional assets convey information and impressions in a very specific way.

You can also see, among others, four formerly bunkered tank turrets and their main guns (M24, T34, M47 and Charioteer), various types of anti-personnel and anti-vehicle obstacles as well as a patrol boat of the “Danube Barrage Regiment”. This part of the exhibition will be enlarged.

Για περισσότερες πληροφορίες http://www.bunkermuseum.at

Αυστρία πια πήραμε το δρόμο για τον Grossglockner Hochalpenstrasse. Δρόμος με διόδια (τσουχτερά), ανοίγει μόνο μερικούς μήνες το χρόνο και με υψηλότερο σημείο της διαδρομής το Hochtor tunnel (2504m) αλλά με μια μικρή παράκαμψη ανεβαίνει κανείς στο Bikers point 2571m με απίστευτη θέα σε κάμποσες (πάνω από 30) κορυφές ψηλότερες των 3000μ.

Δεν έχω λόγια να περιγράψω αυτό το δρόμο. Συμφωνώ, τα διόδια είναι πανάκριβα (35 ευρώ για 30 ημέρες – ή 19 ευρώ για μία διαδρομή) αλλά ο δρόμος είναι μαγικός. Η θέα απίστευτη, τα θεματικά μουσεία κατά μήκος της διαδρομής καλοφτιαγμένα, ο δρόμος καταπληκτικός.

Η ουσία είναι ότι υπό την πίεση της οικονομικής κρίσης και της τεράστιας ανεργίας τη δεκαετία του 1920 και μετά από την ήττα του 1ου παγκοσμίου πολέμου, η Αυστριακή κυβέρνηση αποφάσισε να φτιάξει αυτό το δρόμο, κυρίως για να δώσει δουλειά στους πολίτες της, φοβούμενη την κοινωνική διάλυση λόγω της κρίσης και της ανεργίας. Δεν μπορώ να αντισταθώ και αντιγράφω από το site του δρόμου.

  • In the autumn of 1924 Dip. Eng. Franz Wallack was commissioned to undertake the project of a three-metre-wide road, with the option to widen to five metres, passing points within sight of each other, the steepest gradient of 12 per cent (Edelweißspitze 14 per cent) and a gravel surface at a cost of what was then three million Austrian Schillings – which is equal to 6.5 million Euro today (the cheap variant). In 1928 the Provincial Head of Government Franz Rehrl gave the decisive impulse for the building of the  Glockner Road.

  • In the autumn of 1929 the Salzburg government unanimously decided under the increasing economic pressure to build the Glockner Road.

  • On 30 August 1930 the first detonation was heard at 9.30am in Ferleiten. The time until the winter was mainly used for survey work.

  • On 19 February 1931 the Grossglockner High Alpine Road PLC was founded. The building went rapidly forward

  • Of the 30.2km of both ramps, a third was completed by the end of 1931 leaving two-thirds still being built.

  • Thirteen months later, on 22 September 1934, as the first driver Rehrl crossed the Hohen Tauern on the un-graded road in an adapted Steyr 100 (1.2 litre, 32 HP, 100km per hour top speed, about 10 litres of petrol for 100km)

  • The approach roads in the Möll valley and in the Fusch valley were upgraded before the opening of the Grossglockner High Alpine Road.

  • The Grossglockner High Alpine Road was officially opened on 3 August 1935. 870,000 cubic metres of earth and rock were moved in the 26 months of building, 15,750 cubic metres of walling was created, 67 bridges built and a road telephone with 24 facilities was installed. 3,200 works undertook 1.8 million work shifts

  • The total building costs, according to the final calculations from 16 April 1936, amounted to the 53.5 million euro at the currency of today for the road building, 3.3 million euro for improvement of the approach roads, the telephone facilities and various details.

Για περισσότερα http://www.grossglockner.at

Κάναμε και στην απαραίτητη στάση στο Edelweisspitze που παρεμπιπτόντως ήταν και φρεσκοχιονισμένο (10 Αυγούστου), να ρίξουμε μια ματιά και στα σουβενίρ να τσιμπήσουμε και κάτι.

  

 

 

Μετά τον ανεφοδιασμό πήραμε το δρόμο προς τα κάτω.

 

  

 

Λίγο μετά τα διόδια στο Ferleiten φτάσαμε στον προορισμό μας, το Fusch and der Grossglockner. Δεν είναι η πρώτη φορά εδώ. Αν βρεθείτε στην περιοχή ο ξενώνας «Pension Andrea” είναι καταπληκτικός, πεντακάθαρος, με καλό πρωινό και στεγασμένο πάρκινγκ για τη μηχανή. Πέρσι με είχαν βοηθήσει πολύ όταν είχα μείνει από γεννήτρια. (www.alpenchalet.at). Το δωμάτιο 54€ τη βραδυά με πρωινό σε δωμάτιο με κουζινούλα. Ήταν και το ακριβότερο δωμάτιο όλου του καλοκαιριού.

 Έτσι κι αλλιώς το να βρεις κατάλυμα στην Αυστρία είναι πανεύκολο. Σχεδόν όλοι οι ξενώνες αν έχουν ελεύθερο δωμάτιο έχουν κρεμασμένο ένα σημαιάκι που γράφει “zimmer frei” και συχνά υπάρχουν και πινακίδες με τιμές συνήθως κατ’ άτομο.

 

 

 

 

 Η επόμενη μέρα ήταν αφιερωμένη στο Grossglockner. Ανέβασμα μέχρι το Kaiser Franz Josefs Hohe. Πρόκειται για το πλέον τουριστικό σημείο του δρόμου. Ένα τεράστιο πάρκινγκ, πολυώροφο για τα αυτοκίνητα και ειδικό (δωρεάν) πάρκινγκ για τις μηχανές με ντουλαπάκια να κλειδώνεις ότι θες να μην το κουβαλάς μαζί, καφετέριες, εστιατόρια, μουσεία, μαγαζί για σουβενίρ (πανάκριβο), αλλά και μια καταπληκτική θέα στον μακρύτερο παγετώνα της Αυστρίας και των ανατολικών Άλπεων (τον Pasterze) και μια φαντασμαγορική θέα στην κορυφή του Grossglockner. (3798m).

 

 

 

Για να μην αναφέρω τις μαρμότες που έκοβαν βόλτες στα λιβάδια χαρούμενες και ευτυχισμένες. Η ημέρα ήταν υπέροχη και γινόταν το έλα να δεις. Δε νομίζω ότι το έχω ξαναδεί τόσο γεμάτο το μέρος.

 

 

 

 

 

Από εκεί ξεκινάει μονοπάτι (φαρδύ, πλατύ σα δρόμος) που μέσα από κάποια τούνελ (στην αρχή που προστατεύουν από κατολισθήσεις) βγάζουν σε ένα σημείο στα 2540m με καταπληκτική θέα. Από εκεί συνεχίζεται το μονοπάτι για μία καλύβα (καταφύγιο) που ονομάζεται Oberwaldhutte.

 

 

 

 

Αυτός ήταν ο στόχος μας, έστω και με τα δέρματα του πολέμου, αλλά αναγκαστήκαμε να σταματήσουμε λόγω χιονιού. Είχαμε ξεχάσει και το αντιηλιακό και είχαμε γίνει φρατζολάκια κόκκινα οπότε η καλύβα μας της γλίτωσε.

 

 

 

 

 

Και ολίγα λόγια για τις καλύβες (Hutte). Είναι σαν τα δικά μας καταφύγια, προσφέρουν συνήθως φαγητό και διαμονή, και τα βουνά στην Αυστρία και τη Γερμανία είναι γεμάτα από αυτές. Όπου βουνό και 2-3 καλύβες. Η εξυπηρέτηση σε όσες ανεβήκαμε εξαιρετική.

 Η επόμενη μέρα μας βρήκε πάλι πάνω στο Grossglockner Hochalpenstrasse, για φωτογραφίες και επισκέψεις στα θεματικά μουσεία (Κατασκευή του δρόμου, Γεωλογικά στοιχεία, Η χλωρίδα της περιοχής, Η πανίδα της περιοχής, κ.α.), αλλά και αναζήτησης των καλύτερων Kaffee mit kuchen. Κατά μήκος του δρόμου υπάρχουν κάμποσα καφέ-εστιατόρια. Θα σας αφήσω σε αγωνία για το ποιο είχε τα καλύτερα γλυκά.

 

 

 

 

Και η ασχήμια συνεχιζόταν, τραγικά πράγματα…..

 

 

 

 

 

 

 

 

Εντωμεταξύ είχε βαρύνει ο καιρός αλλά ευτυχώς προλάβαμε και κατεβήκαμε διότι άρχισε να ρίχνει φερ φορζέ, που είναι ωραία όταν τα βλέπεις από το δωμάτιο του ξενώνα, αλλά όχι τόσο ωραία όταν τα τρως στο κεφάλι…..

 

 

 

 Η επόμενη μέρα θα ήταν αρχικά βροχερή αλλά θα έστρωνε στην πορεία οπότε αποφασίσαμε να επισκεφθούμε ένα φαράγγι – το Liechtensteinklamm – και στη συνέχεια να πάμε στη Hallstatt.

Έτσι και έγινε, βάλαμε τα αδιάβροχά μας και φύγαμε για Liechtensteinklamm. Μόλις καμιά 40αριά χιλιόμετρα από το Fusch, φτάσαμε νωρίς, δώσαμε 4€ το άτομο για είσοδο και ιδού:

 

 

 

 

 

 

Σε πολλά σημεία είναι τόσο ψηλά τα τοιχώματα και τόσο στενό το πλάτος που πραγματικά δε βλέπεις τον ουρανό. Με έναν εντυπωσιακό καταρράκτη στο τέλος της διαδρομής και εξαιρετικά ασφαλές μονοπάτι για να περπατήσεις, άξιζε την βροχή και τον κόπο.

 

 

 

 

 

Το μόνο που χάλασε λίγο το περπάτημα ήταν ότι μπήκαμε στο φαράγγι μαζί με ένα λεωφορείο κινέζους και γινόταν χαμός. Έβρεχε, είχαν ανοίξει και οι κινέζοι τις ομπρέλες γινόταν της κακομοίρας.

 

 

 

Το 1875 άρχισαν να φτιάχνουν τα μονοπάτια ώστε να είναι προσβάσιμο το φαράγγι στους επισκέπτες, αλλά σύντομα τους τελείωσαν τα λεφτά οπότε απευθύνθηκαν στον πρίγκιπα του Liechtenstein Johann II, ο οποίος είχε κάτι «χωραφάκια» για να πηγαίνει για κυνήγι στο γειτονικό χωριό του Grossarl. Αυτός χρηματοδότησε το υπόλοιπο έργο, που τελείωσε το 1876. Έτσι προέκυψε το όνομα Liechtensteinklamm.

 Ωραία βόλτα ήταν το φαράγγι, μέχρι να βγούμε βγήκε και ο ήλιος. Επόμενος σταθμός ήταν η Hallstatt, η πόλη του αλατιού. Ακριβώς πάνω από την πόλη είναι δυνατόν να επισκεφθεί κανείς το πρώτο γνωστό αλατωρυχείο του κόσμου. Προφανώς τα πάντα στην πόλη έχουν να κάνουν με το αλάτι.

 Είναι χτισμένη στις όχθες της ομώνυμης λίμνης και είναι πραγματικά πανέμορφη!!! Στην πόλη μέσα δεν κυκλοφορούν αμάξια ή μηχανές. Υπάρχουν πολλά πάρκινγκ, επί πληρωμή κοντά στο κέντρο. Πάντως απ’ότι πρόσεξα υπάρχει μια σχετική ανοχή για τις μηχανές, αρκετές ήταν παρκαρισμένες πάνω στο πεζοδρόμιο του πάρκινγκ χωρίς προβλήματα. Υποτίθεται ότι πολύ πρόσφατα οι Κινέζοι έφτιαξαν μια ακριβή ρέπλικα της πόλης στην Κίνα, ίσως αυτό εξηγεί το πλήθος των κινέζων που κυκλοφορούσαν.

 Οι φωτογραφίες νομίζω τα λένε όλα για την ομορφιά της πόλης:

  

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 hal11p8130712

 

 

Είναι προφανές, μερικά κοκόρια είναι πιο τυχερά από άλλα.

 

Και σε αυτή τη μαγεία καπουτσίνο 2.8€, Apfelstrudel 2,8€.

 

Στη Hallstatt ήταν και η μόνη στιγμή που είδα Έλληνα (εκτός του Τάκη και της παρέας του) στους δύο μήνες στο εξωτερικό. Όπως περπατάγαμε στη Hallstatt, κάτι έλεγε από αυτά τα έξυπνα τα ελληνικά σχετικά με την κρίση ακριβώς μπροστά μου. Τον πέρασα, φόραγα μια μπλούζα που πίσω έγραφε με ελληνικά ΒΛΑΣΣΗΣ, και μπροστά Δημοτικό Σχολείο Φουρνάς, δε μου μίλησε δε του μίλησα. Καλύτερα να μην καρφωνόμαστε. Πάντως ο μύθος ότι όποια πέτρα και αν σηκώσεις Έλληνα θα βρεις από κάτω μάλλον δεν πολυισχύει. Άλλον δεν είδα σε όλο το ταξίδι. Σπάνιο είδος…..

 

 

-------------------------------------------------------------------------------------------------------

Επιστρέψαμε στο Fusch, εντυπωσιασμένοι από την Hallstatt, σίγουρα θα την ξαναεπισκεφθούμε στο μέλλον αν μας δοθεί η δυνατότητα.

 Η επόμενη μέρα ήταν περιπατητική. Ανέβασμα στην Gleiwitzer hutte (2174m) (http://www.gleiwitzerhuette.at), 3μιση ώρες από το Fusch(825m) και άλλες τόσες για την επιστροφή από μονοπάτια. Έτσι και αλλιώς δεν υπάρχει δρόμος για εκεί επάνω.

 

 

Το ανέβασμα μια συνεχόμενη ανηφόρα για τις πρώτες 2μιση ώρες. Η φύση όμως μαγευτική και η θέα προς το Fusch καταπληκτική. Νερά παντού, ρυάκια, καταρρακτάκια, γεφυράκια.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

  

 

Μετά από 2 ώρες πορείας, συναντάει κανείς κάτι εγκαταλελειμμένες στάνες και ερείπια από την εποχή των χρυσοθήρων (ναι είχαν και στην Αυστρία αντίστοιχη ιστορία όπως στις ΗΠΑ), και μετά από λίγο φτάνει σε ένα σχετικά επίπεδο λιβάδι με πολλά νερά (και γελάδια).

 

 

 

 

 Ακολουθεί μεγάλη ανηφόρα για άλλη 1μιση ώρα μέχρι που φτάνει κανείς στην καλύβα.

 

  

Αυθεντικές στιγμές πραγματικής ευτυχίας, η αίσθηση, η συνειδητοποίηση του ότι είσαι κομμάτι της φύσης, οι μυρωδιές των λουλουδιών, της υγρασίας, του χώματος. Ακόμη και η προσπάθεια, η κούραση, το λαχάνιασμα και ο ιδρώτας για την επίτευξη του στόχου. Και αυτά με μία αίσθηση ασφάλειας χωρίς άγχος.

Στην Αυστρία και Γερμανία δε υφίσταται ο κίνδυνος των τσοπανόσκυλων. Τα γελάδια βόσκουν σε καθορισμένους χώρους χωρίς την παρουσία σκύλων. Συνήθως οι χώροι αυτοί οριοθετούνται από ρευματοφόρο σύρμα και τα μονοπάτια διέρχονται μέσα από αυτούς με διάφορα είδη από πόρτες όπως θα δείτε στις φωτογραφίες.

 Τα μονοπάτια είναι πολύ καλά σηματοδοτημένα, καλοσυντηρημένα, πεντακάθαρα και τα περπατάει πολύς κόσμος.

 Μετά από 3 ώρες φτάσαμε στο καταφύγιο. Γεμάτο ήταν, βρήκαμε ένα τραπέζι στην άκρη με καταπληκτική θέα προς το Fusch και…….

 

 

…..απόλαυση……..

 

 

 

…….χωρίς τέλος………

 

 

Από τις πιο όμορφες μέρες του καλοκαιριού, δροσερά, με εξαιρετική θέα, καθαρό αέρα και καλό φαγητό. Έπρεπε όμως σιγά σιγά να επιστρέφουμε. Αποφασίσαμε να μην επιστρέψουμε από τον ίδιο δρόμο αλλά να κάνουμε ένα κύκλο και να επιστρέψουμε μέσω Bruck. Ήταν λίγο μακρύτερη διαδρομή αλλά ήταν ευκαιρία να δούμε και αυτό το μονοπάτι.

 

 

 

 

 

 

 

 

Τα κόλπα για τα γελάδια που λέγαμε

 

 

Η θέα προς την Zell am See καταπληκτική

 

 

 

 

Πολλά και χαρούμενα γελάδια

 

 

 

 

Τροϊκανός φοροσυλλέκτης απαιτεί μέτρα και φόρους για να μας αφήσει να περάσουμε

 

 

 

 

 

 

 

Έτσι σιγά σιγά μετά από μια τραγική μέρα επιστρέψαμε στο χωριό..

 

 

Μια από τις ωραιότερες μέρες των διακοπών.  Πλησίαζε όμως η ώρα της μεγάλης απόφασης. Θα πηγαίναμε τελικά Φινλανδία ή όχι; Η επόμενη μέρα ήταν βροχερή, μαζέψαμε τα πράγματα, τακτοποιήσαμε τις βαλίτσες και πήραμε την απόφαση να φύγουμε την επομένη για Σουηδία. Ανεβήκαμε και μια βόλτα μέχρι το Franz Josefs Hohe. Είχε ομίχλη και βροχή και κρύο αλλά ήταν ωραία.

Αλλά είχα άγχος για το ταξίδι όλη τη νύχτα (τα γεράματα που λέγαμε) οπότε το πρωί αναθεωρήσαμε και φύγαμε τελικά για Γερμανία. Ο σκοπός ήταν να πάμε σε ένα γνωστό μας ξενώνα να μείνουμε μερικές μέρες, να περπατήσουμε στην περιοχή αλλά να κάνουμε και καμιά βολτούλα με τη μηχανή και κατά τα Ιταλο-Αυστριακό-Ελβετικά πάσα. Ήξερα ότι και ο Τάκης στην περιοχή, αν βόλευαν τα προγράμματά μας θα συναντιόμασταν κιόλας.

 

  

 

Τρίτη φορά που θα μείνουμε σε αυτόν τον ξενώνα, και ανυπομονούμε να δούμε τη Sylvia και τον Gunther. Sylvia o «γίγαντας», θα καταλάβετε τι εννοώ όταν δείτε την φωτογραφία. Από τους φιλικότερους και αγαθότερους (με την καλή έννοια της λέξης) ανθρώπους που έχω γνωρίσει ποτέ στη ζωή μου. Με αυτά τα γονίδια είναι λογικό που αυτοί οι γερμαναράδες παραλίγο να καταλάβουν τον πλανήτη το 1940. Μιλάμε για θηρία, και είναι κάμποσοι σαν τη Sylvia. Και ο άντρας της ο Gunther, ο σεφ, είναι λίγο πιο αυστηρός (με το γερμανικό στυλ) αλλά δεν έχω φάει καλύτερο σνίτσελ και μπριζολάκια πουθενά.

 Μείναμε πρώτη φορά σε αυτούς μία εβδομάδα αφού πρωτοάνοιξαν τον ξενώνα για 3 μέρες (αν θυμάμαι καλά). Μας είχε εντυπωσιάσει το πρωινό, που ήταν ικανό να χορτάσει ακόμη και το «γίγαντα», αλλά και τα δωμάτια.

 Πέρσι ήταν η δεύτερη φορά που μείναμε εκεί, μετά από όλη την ταλαιπωρία να φτάσουμε λόγω του προβλήματος ψύξης. (Δείτε και το σχετικό περσινό ταξιδιωτικό ΚΛΙΚ ΕΔΩ.

Πέρσι είχε ανοίξει και τον Bier Garten, κάτω από την αγριοκαστανιά και  σέρβιρε και καταπληκτική μπύρα από μια τοπική Βαυαρέζικη ζυθοποιοία (από τις 2000 ζυθοποιίες της Βαυαρίας). Είχαμε ζήσει μαγικές στιγμές σε αυτή τη μπυραρία, κρύα μπύρα και υπέροχο Σνίτσελ κάτω από την 220 ετών αγριοκαστανιά.

 Φτάσαμε, λοιπόν στον ξενώνα, είχε τιμή πόρτας (είπαμε Αυστρία, Γερμανία αυτά είναι τυποποιημένα πράγματα, δεν είναι πως θα σε «κόψουν») 26€ το άτομο με πρωινό. Η πρώτη σκέψη ήταν ότι ακρίβυνε, πέρσι ήταν 25€ το άτομο. Δεν πειράζει σκέφτομαι, χαλάλι. Έλα όμως που η πόρτα ήταν κλειδωμένη. Για καλή μας τύχη, να σου παρκάρει με το αυτοκίνητο φορτωμένο, από τα ψώνια, δεν μας αναγνωρίζει όπως είμαστε με τα κράνη, κατεβάζει το τζάμι και ρωτάει από το παράθυρο αν ενδιαφερόμαστε για δωμάτιο. Την πλησιάζει η Βιβή, βγάζοντας το κράνος, και με το που τη βλέπει φωτίζεται το πρόσωπό της, σκάει ένα χαμόγελο θεόρατο βγαίνει έξω και τρέχει να την αγκαλιάσει.

 Ανεβάζουμε τα πράγματα στο δωμάτιο, έρχεται ο χαμογελαστός «γίγαντας» και μας ανακοινώνει ότι για εμάς η τιμή θα είναι 40€ (20€ το άτομο). Συγνώμη αλλά να τη «χέσω» την περιβόητη ελληνική φιλοξενία και φιλοτιμία. Και περιγράφω,

  

Παρένθεση γκρίνιας…

Ταξιδεύουμε πολύ, πάρα πολύ. Έχουμε γυρίσει όλη την Ελλάδα, έχουμε μείνει από πολλές φορές στο ίδιο μέρος.

 -Τζιά, χτυπάει  η Βιβή ένα «rooms to let”  ανοίγει η πόρτα την κοιτάει μια κυράτσα τη βλέπει που είναι με το κράνος στο χέρι και εμένα πάνω στη μηχανή και πριν προλάβει η Βιβή να πει λέξη, λέει: «δεν έχει δωμάτιο για εσάς» και κλείνει την πόρτα

-Τζιά, βρίσκουμε δωμάτιο (με κοινό μπάνιο), της συμφοράς ασοβάτιστο με τα χίλια βάσανα. Μας λέει εξωφρενική τιμή για 3 μέρες και ελάχιστα καλύτερη για 4. Εντάξει της λέω 4. Πάω την επομένη να βρω ΑΤΜ, παπάδες ΑΤΜ στο Λαύριο ή αλλιώς στο μπακάλικο μία φορά την εβδομάδα έρχεται αντιπρόσωπος της Εθνικής. Εμπλοκή, αυτό δεν το ήξερα, τα λεφτά στο πορτοφόλι δεν αρκούν. Πάω τη βρίσκω και της λέω, δε μου φτάνουν τα λεφτά οπότε θα φύγω στις 3 μέρες σε πληρώνω με την τιμή που μου είχες πει για τις 3 μέρες.. Μιάμιση ώρα γκρίνιαζε η «κάρυα», ακόμη δεν έχω καταλάβει γιατί.

 -Λέσβος, πάμε στον ίδιο τύπο (με καλή τιμή) κάθε χρόνο από το  1998 (αν θυμάμαι καλά), κάθε χρόνο για κάμποσες μέρες, ξαφνικά το 2003(ή κάπου εκεί) μάγκεψε ο τύπος, το παίρνω τηλέφωνο και μου λέει 50% πάνω από αυτά που δίναμε. Προφανώς δεν μας είδε, την επόμενη γύρισε στην παλαιά τιμή.

 -Λέσβος, (δε θυμάμαι χρονιά) ψάχνουμε δωμάτιο, (σε υψηλή σεζόν είναι η αλήθεια) βρίσκουμε ένα διαμέρισμα στην πόλη, θέλουμε για 4 ημέρες η θειά το έχει ελεύθερο για 5 και δηλώνει ότι δε θα μας το δώσει παρά μόνο αν μείνουμε 5. Α και την κουζίνα δεν επιτρέπεται να τη χρησιμοποιήσουμε, εκτός να δώσουμε έξτρα.

 -Λέσβος, την ίδια χρονιά, ψάχνουμε για δωμάτιο και έχουμε βρεθεί σε ένα ‘studios to rent’, θέλουμε δωμάτιο για μια εβδομάδα ο τύπος έχει για 3 μέρες σε ένα δωμάτιο μετά για μία ημέρα δεν έχει και τις επόμενες έχει σε άλλο δωμάτιο. Μας δηλώνει ότι θα μας κάνει τη χάρη να μας αφήσει να μείνουμε στην ταράτσα στρωματσάδα(!) για μία μέρα μέχρι να αδειάσει το δωμάτιο. Και παρεξηγιέται κιόλας όταν του λέω ότι δεν είναι σοβαρά πράγματα αυτά.

 -Λήμνος, ψάχνω για δωμάτιο, βρίσκω τον «ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ», ωραίο διαμέρισμα δε λέω, αλλά όχι για τις μέρες που το θέλουμε. Ο τύπος μας λέει μια εξωφρενική τιμή (σε δραχμές) διότι λέει σε αυτό το διαμέρισμα θα παραθερίσει μετά από εμάς ι κάποιος διοικητής της εθνικής τράπεζας.

 -Ζαγοροχώρια, επί χρόνια πάμε σε έναν ξενώνα της περιοχής, σε ένα αρχοντικό που το νοικιάζει κάποια ντόπια από τον ΕΟΤ και τον  υπενοικιάζει. Κάποια στιγμή χτίζει τον δικό της ξενώνα, μας το λέει και πάμε εκεί. Μερικούς μήνες μετά την ξαναπαίρνω τηλέφωνο και η τιμή έχει γίνει διπλή (ήταν στην αλλαγή δρχ σε €). Ρωτάω πρωινό; Μου λέει «ε όχι και πρωινό, άντε κανά καφέ»

 -Κεφαλονιά, αρχίζουμε τον αγώνα εύρεσης καταλύματος, εμείς και κάποιοι ακόμα που αποβιβαστήκαμε στο Φισκάρδο. Εξωφρενικές τιμές (μπαινοβγαίνουμε πακέτο ένα τσούρμο τουρίστες κατατρομαγμένοι από αυτά που ακούμε…90-120€)…Τιμές εννοείται χωρίς πρωινό, αλλά με μία καφετιέρα στο χωλ, άντε για να φτιάξουμε μόνοι μας κανα καφέ.

 -Δημητσάνα, καταλήγουμε αργά το απόγευμα και απευθυνόμαστε σε πασίγνωστο ξενώνα τύπου «Αρχοντικό …….(άντε να μην το γράψω), ανοίγει κουρασμένος αξύριστος (ταλαιπωρημένος κι αυτός από την άδικη κοινωνία) κύριος και κοιτώντας εντελώς υποτιμητικά, μας πετάει σαν τούβλο μια εξωφρενική τιμή για ένα βράδυ (σιγά μην ανοίξω δωμάτιο για σας βρωμιάρηδες).

-Σαμοθράκη, κλείνουμε υποτιθέμενο studio (από τις λίγες φορές που κλείσαμε από μακριά κατάλυμα) σε τιμή κανονική για τα ελληνικά δεδομένα. Αυτό που φυσικά ξέχασε να μας πει στο τηλέφωνο, και φυσικά οι φωτό που είχαμε δει ήταν εξαιρετικά προσεγμένες για να το αποκαλύψουν, ήταν πως δεν υπήρχε κουζίνα ή τέλος πάντων κάτι αντίστοιχο στο δωμάτιο, αλλά στο διάδρομο που ήταν οι πόρτες και των άλλων δωματίων υπήρχε πάγκος με γκαζάκι για καφέ. Φαντάσου εικόνα…πρωί πρωί σηκωνόμασταν, στηνόμασταν στην ουρά, με το μπρίκι του ο καθένας, τη ζάχαρη τον καφέ του για να φτιάξει το πρωινό του. 

-Ζάκυνθος, έχουμε κλείσει δωμάτιο για 1 εβδομάδα. Την τέταρτη μέρα καθόμαστε στη βεράντα και μπαίνει παρέα αυτοκινήτων, είναι 2-3 οικογένειες που ψάχνουν για δωμάτια. Δεν ακούμε το διάλογο, εμφανίζεται όμως ο studiάρχης και μας δηλώνει ότι την επομένη πρέπει να φύγουμε διότι βρήκε πελάτες για μία εβδομάδα και δεν μπορεί να τους χάσει.

 Και πόσα ακόμη; Βαριέμαι να γράψω άλλα. Τώρα ο Τάκης θα άρχιζε τα «υπάρχουν και εξαιρέσεις», ναι υπάρχουν αλλά είναι λίγες στη γενικότητα.

 Αυστρία Γερμανία οι τουριστικές υπηρεσίες είναι δεδομένες και τυποποιημένες. Θα σε βάλουν έστω και για ένα βράδυ, παρόλο που είσαι με λασπωμένες τις μπότες και τις βαλίτσες με την τιμή πόρτας και θα έχεις ακριβώς την ίδια αντιμετώπιση με όλους τους άλλους είτε είσαι Έλληνας είτε Γερμανός είτε Πολωνός ή Ούγγρος.  Και μετά περιμένουμε να μας σώσουν ο Γιωργάκης, Αντωνάκης, «ο πατριώτης», και οι «λοιπές προοδευτικές δυνάμεις»

 Ξαναγυρίζω στον καλόβολο «γίγαντα». Εδώ είναι μια φωτογραφία της Sylvia Με τη Βιβή όταν φεύγαμε . Και σκεφτείτε ότι η Βιβή φοράει και όλα τα άρματα του πολέμου.

 

 

Αποφασίσαμε αρχικά να μείνουμε για 4-5 μέρες αλλά τελικά καθίσαμε 10. Τα περάσαμε ωραία στην Βαυαρία. Βέβαια βιώσαμε έντονα την ταπείνωση στην οποία μας έχουν οδηγήσει οι πολιτικοί μας.

 Από την πρώτη κιόλας μέρα, όταν συναντιόμαστε με γερμανούς (κατά τη διάρκεια του πρωινού ή στον κήπο), επαναλαμβανόταν πάντα το ίδιο μοτίβο.

Είναι κουτσομπόληδες, οπότε τους έτρωγε η περιέργεια να μάθουν από πού είμαστε. Μόλις μάθαιναν ότι είμαστε από την Ελλάδα η διάθεσή τους απέναντί μας άλλαζε αμέσως.

 Αρκετοί δεν ξαναγύρναγαν να κοιτάξουν, ούτε καλημέρα ούτε καλησπέρα ούτε τίποτα. Άλλοι άρχιζαν τις ειρωνείες. Άλλοι άρχιζαν την γκρίνια ότι τους φάγαμε τα λεφτά μας, ότι είμαστε τεμπέληδες, ότι όλη την ώρα πίνουμε φραπέδες  και μπύρες κάτω από τον ήλιο ενώ αυτοί δουλεύουν σκληρά και άλλα τέτοια.

 Όλη την ώρα, μα όλη την ώρα προσπαθούσα να τους εξηγήσω ότι δεν είναι ακριβώς έτσι, ότι οι περισσότεροι Έλληνες κάνουν 2 και 3 δουλείες για να τα βγάλουν πέρα, ότι και εμείς υποφέρουμε από τη διαφθορά του συστήματος, ότι και αυτοί έχουν μερίδιο ευθύνης για αυτή τη διαφθορά κ.ο.κ.

 Αλλά τι να λέει, αν έχεις λεπτούς Αμερικανοτραφείς σωτήρες, χοντρούς ρήτορες που γυρίζουν γύρω γύρω και ενισχύουν την εικόνα ότι «ιδρώνουν» και «ματώνουν» για να σώσουν ένα ελεεινό έθνος, ένα έθνος κλεφτών, τι περιμένεις;  «Good wines” ή « Boil rices” που θα έλεγε και ο μεγάλος αρχηγός. Αι σιχτίρ, ταράχτηκα πάλι – κάτσε να το πω αγγλικά να το καταλάβει : «go to the pieces ρε».

 Ένα υπογλώσσιο και συνεχίζω.

 Η επόμενη μέρα είχε στο πρόγραμμα Stelvio.

 

 

 

Η διαδρομή που επιλέξαμε ήταν μέσω Reutte-Weissenbach-Bach-Steeg-Warth και από εκεί να περάσουμε το Flexen Pass (1784m). Στη συνέχεια θα παίρναμε τη διαδρομή από το Arlberg pass (1802m) προς Landeck όπου θα στρίβαμε προς Pfunds. Στη συνέχεις Reschen pass (1504m) και από εκεί μέσω Trafoi προς το Stelvio. Η διαδρομή αυτή είναι μέσω Αυστρίας – Ιταλίας χωρίς να μπαίνει κανείς Ελβετία.

 Όμως υπάρχει και η δυνατότητα στο Malles Venosta να στρίψει κανείς προς Taufers να μπει Ελβετία να περάσει από Mustair και να ανέβει το Umbrail pass (2501m) ώστε να βγει στην πίσω πλευρά του Stelvio μόλις λίγα χιλιόμετρα από την κορυφή. Την κάναμε και αυτή τη διαδρομή. Περισσότερα σε λίγο.

 Η διαδρομή μετά Reutter κινείται δίπλα στον ποταμό Lech και με δεδομένο ότι η ημέρα ήταν ηλιόλουστη και ζεστή, όλο το κομμάτι αυτό ήταν μια απόλαυση. Καταπράσινα λιβάδια, όμορφα  χωριουδάκια, καταπληκτικά.

Ωραίο ήταν και το κομμάτι toy Flexen και του Arlberg.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Και μετά από κάμποση ώρα φτάσαμε στην περιοχή της Malles Venosta που αν δεν την ξέρετε είναι μια από τις περιοχές απ’ όπου μας έρχονται ωραία νόστιμα μηλαράκια.

 

   

Σύντομα βρήκαμε τη διασταύρωση για Stelvio και αρχίσαμε την ανηφόρα. Στενός δρόμος αρχικά ανηφορικός, αλλά τίποτα ιδιαίτερο, μετά από μερικά χιλιόμετρα όμως, άρχισαν οι διαδοχικές φουρκέτες, χαμός, κουτσοί στραβοί στον Άγιο Παντελεήμονα, τροχόσπιτα, αμάξια, ποδήλατα, μηχανές να γίνεται στις φουρκέτες η μάχη του σκρα, μπινελίκια, «άσεμνες χειρονομίες – the finger», ότι να’ναι. Είχε και ζέστη δούλευε ασταμάτητα το βεντιλατέρ, ατελείωτο συμπλεκτάρισμα για τις φουρκέτες, ωραία πράγματα. Στη βόρεια πλευρά οι φουρκέτες είναι 48 και ο δρόμος στενός. Έχω κάνει πάνω από 400000χλμ με μοτοσυκλέτες, ομολογώ ότι είναι κάτι το μοναδικό. Τόσες συνεχόμενες φουρκέτες με τόση κίνηση.

Μια συνεχόμενη ανάβαση από τα 900μ ως τα 2760μ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Περιττό να πω στην κορυφή γινόταν το σώσε. Άπειρες μηχανές, κόσμος πολύς, μαγαζάκια, hot dog stands, ότι θες κανονικό πανηγύρι. Βγάλαμε φωτογραφίες, ήπιαμε και ένα καφεδάκι (2,5€ ο καπουτσίνο στο stelvio– 3,5€ ο καπουτσίνο στο χωριό μου, πάντα το πίστευα ότι το χωριό μου είναι πολύ κοσμοπολίτικο μέρος, μπροστά από την εποχή του…….). Ψωνίσαμε και τα κλασσικά σουβενίρ, μπλουζάκια, μαγνητάκια κ.ο.κ. και την ώρα που περπατάμε για τη μηχανή παρκάρει μπροστά μου ο Τάκης με την Έλλη. Ήξερα ότι ήταν στην περιοχή αλλά είχα καταλάβει ότι θα ανέβαιναν την πρoηγούμενη μέρα stelvio. Πραγματικά απίστευτη σύμπτωση, 1 λεπτό αργότερα να είχαν φτάσει δε θα τους έβλεπα. Πλάκα είχε!

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αν και είχαμε πολύ δρόμο για πίσω, αποφάσισα να ακολουθήσω τον Τάκη στο στο Livigno, όπου σύμφωνα με τον Τάκη που του το είχε πει ένας κολλητός του που έχει περίπτερο, που άκουσε έναν οδηγό φορτηγού (που ξεφύλλιζε την εσπρέσσο στη σελίδα με τις γυμνές) να λέει ότι σε ένα καράβι μίλησε με ένα ζάμπλουτο Γερμανό, που είχε γκόμενα μια γερμανίδα που δούλευε καφετζού στο γραφείο του Σόιμπλε και εκεί που έριχνε μια πασιέντζα είδε όραμα ότι υπάρχει μια κρυφή τοποθεσία στις Άλπεις που δεν την ξέρει ούτε ο χοντρός ο Βενιζβάλτος, όπου αν πεις 3 φορές τη κωδική ονομασία Ιεφρέης βάζεις βενζίνη με 1ευρώ το λίτρο.

 

 Δεν το πιστεύετε;

 

 Το περίμενα ότι δε θα το πιστεύατε άπιστοι Θωμάδες, οπότε ρίξτε μια ματιά στη φωτογραφία.

 

 

Ωραία πράγματα!!!! Να πω την αλήθεια το δοκιμάζω και στην Ελλάδα σε όλα τα πρατήρια (την κωδική ονομασία) αλλά εδώ μονίμως βγαίνει ο «Μουντζούρης Βεν.». Άρα δεν πιάνει το κόλπο. Κρίμα…..α…..

 Πίσω στο μοτοσυκλετιστικό παράδεισο τώρα. Καταπληκτικό μέρος το Livigno, και καταπληκτική και η διαδρομή για εκεί από το Stelvio μέσω των Passo di Foscagno(2291m) και Passo d’Eira(2208m). αλλά είχε αρχίσει να ψιχαλίζει και εμείς είχαμε 3-4 ώρες για πίσω οπότε αποχαιρετιστήκαμε με τα παιδιά και ακολούθησα τη διαδρομή μέσω του τούνελ Munt la Schera. Όταν επέλεξα αυτή τη διαδρομή δεν είχα παρατηρήσει δύο πράγματα, ένα ότι ουσιαστικά είναι μέσω Ελβετίας και δεύτερο ότι περιλαμβάνει τούνελ. Φεύγοντας από το Livigno έφτασα μπροστά σε ένα γκισέ διοδίων, όπου ο ευγενέστατος Ελβετός με πληροφόρησε ότι το τούνελ είχε διόδια 10€ και ότι βινιέτα χρειαζόμουν μόνο για τους αυτοκινητοδρόμους της Ελβετίας και όχι για τους άλλους δρόμους. Πλέρωσα και ξεκίνησα. Αυτό περίμενε και ο καιρός και άρχισε να ρίχνει τις γνωστές αλπικές καρέκλες γι’αυτό και δεν υπάρχουν και φωτογραφίες του τούνελ. Μετά από μερικές εκατοντάδες μέτρα έφτασα σε κόκκινο φανάρι ακριβώς πριν από κλειστή αριστερή στροφή οπότε δεν έβλεπα τη συνέχεια του δρόμου. Θα περίμενα και 10 λεπτά μέσα στην καταιγίδα αυτό το ρημαδιασμένο το φανάρι να ανάψει πράσινο. Κάποια στιγμή εδέησε να γίνει πράσινο, παίρνω τη στροφή και μπαίνω σε υποχθόνιο τούνελ.

 Τον Λιακόπουλο (Τάκη συνάδελφός σου δεν είναι αυτός; Κάτι τέτοια κουλά μου λέει και η Βιβή ώρες ώρες χμμμμμμ) τον ξέρετε σωστά; Τις θεωρίες για την κοίλη γη, τα ελοχίμ και τα νεφελίμ τις ξέρετε κι αυτές, σωστά; Αν όχι περιληπτικά υποτίθεται ότι η γη είναι κούφια στο εσωτερικό και μέσα ζουν κάτι άλλες ράτσες και υπάρχουν και κάτι πόρτες που κρατούν αυτές τις ράτσες μέσα. Ε λοιπόν, εγώ αυτά τα πίστευα για βλακείες. Μέχρι που μπήκα στο τούνελ. Στενό, μια λωρίδα όλη κι’όλη με μικρό ύψος ίσα ίσα χωράει ένα αμάξι σε πλάτος, ευθύ όσο βλέπει το μάτι και κρύο, πολύ κρυο 8.5C έδειξε το θερμόμετρο. Για αυτό σας λέω, περίεργα πράγματα συμβαίνουν στα βουνά των Άλπεων, υποψιάζομαι ότι από εκεί το έσκασαν ο ακατονόμαστος και η παρέα του…..

 

-------------------------------------------------------------------------------------------------------

  

Μαύρα μεσάνυχτα φτάσαμε στο δωμάτιο. Η επόμενη μέρα ήταν περιπατητική. Θα παίρναμε μονοπάτια γύρω στην περιοχή.

 

 

 

 

 

 

Για άλλη μια φορά πεντακάθαρα, σηματοδοτημένα μονοπάτια, χαμογελαστοί άνθρωποι κάθε ηλικίας να περπατάνε πάνω στα βουνά.

 

 

 

 

 

 

 

 

…και φυσικά μετά από μια καλή βόλτα τι καλύτερο από μπυρίτσα και μπριζολίτσα κάτω από την αγριοκαστανιά….

 

 

 

 

Την επομένη μέρα το πρόγραμμα είχε «μηχανάδα». Η διαδρομή:

 

 

Ξεκίνημα από Nesselwang – Leermoos – Fern Pass (1209m) στη συνέχεια ο 189 προς Imst και μετά προς Solden ώστε να ανέβουμε Timmelsjoch. Στάση στα διόδια του Timmelsjoch,  η μονή διαδρομή προς Ιταλία (έτσι κι αλλιώς δε θα γυρίζαμε από τον ίδιο δρόμο) 10€. Το ανέβασμα από την πλευρά της Αυστρίας δε θα έλεγα ότι ήταν τίποτα ιδιαίτερο οπότε μάλλον στράφι ήταν τα διόδια. Αν είχαμε ανέβει από την πλευρά της Ιταλία θα τα είχαμε γλιτώσει. Μας έμεινε το αυτοκόλλητο τουλάχιστον.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 Το κατέβασμα από την άλλη πλευρά ήταν πιο ενδιαφέρον, αλλά πολύ κοντά στην κορυφή κατεβαίνοντας κάναμε μια στάση σε ένα ξύλινο περιπτεράκι που πουλούσε τοπικά προϊόντα, αλλαντικά, τυριά, χυμούς και άλλα τέτοια. Οπότε μια στάση ήταν επιβεβλημένη. Είχε κόσμο αλλά η χαρούμενη Ιταλίδα είχε ραδιόφωνο τραγουδούσε όλη την ώρα και έφτιαχνε ταυτόχρονα καφέδες, σάντουιτς, ποικιλίες χωρίς άγχος.

  

 

 

 

 

 

….εν μέσω καφέδων και αλλαντικών είχα τη φαεινή ιδέα να κάνω ανάλυση στη Βιβή πως καταφέρνω να βγάζω τέτοια κατανάλωση με το CBF (μέση κατανάλωση όλου του ταξιδιού 5,03λτ/100χλμ). Της είπα λοιπόν ότι οδηγώ ήρεμα στην ανηφόρα χωρίς περιττές επιταχύνσεις, υπολογίζω που πρέπει να κλείσω το γκάζι ώστε να φρενάρει μόνο του μέχρι τη στροφή, ότι δεν τους καταλαβαίνω που λυσάνε από στροφή σε στροφή όταν είναι σε mode τουρισμού και άλλα τέτοια χαριτωμένα. Έχω λόγο που τα γράφω αυτά, υπομονή…

Μετά τους καφέδες και τα σάντουιτς βουρ προς τα κάτω για San Leonardo.

 

 

 

 

 

 

Ωραίο το San Leonardo αλλά είχε απίστευτη ζέστη 38 έδειχνε το θερμόμετρο, και μετά το San Leonardo ήταν η ώρα να ανέβουμε το Jaufen Pass (2094μ). Μην τα πολυλογώ, είχε φοβερή ζέστη και κίνηση και ήταν ένας στενός ελεεινός δρόμος της συμφοράς, με λακκούβες χάσματα και μουρλούς Ιταλούς. Είχα πίσω μου και ένα κιτρινωπό BMW δικάβαλο (που μετά είδα ότι ήταν Κ1200S) το οποίο δεν έλεγε να ξεκολλήσει από πίσω μου, οπότε ενεργοποίησα το υπερατού μου, έβγαλα από το τσαντάκι του sport billy, τοπικό μαστορικό FIAT με επιγραφή (Holz Kostructor) και τον αμόλησα στην ανηφόρα.

 Ιταλός ο μάστορας τους είχε γράψει όλα στα π@π@ρι@ του, άνοιγε δρόμο καταπληκτικά, όλοι λακάγανε (που λένε και στο χωριό μου) πηγαίναμε σφεντόνα, ξύσε από εδώ ξύσε από εκεί (το CBF ξύνει εύκολα), μόνο στις φουρκέτες αργούσε να αρπάξει το diesel αλλά μετά δεν πιανότανε. Τέσπα φτάσαμε πάνω σε dt, σταματάω, σταματάει δίπλα και ο K1200s, βγάζουμε κράνη, ανταλλάσουμε χαμόγελα και τρώμε και οι δυο ταυτόχρονα τρελό χέσιμο από τους συνεπιβάτες μας(βλ. φωτό – η δική μου το πήρε λίγο καλύτερα με έβγαλε και φωτό η δική του ακόμη γκρινιάζει…..) Όπως και να’χει πλάκα είχε αν και δεν είναι σωστά αυτά τα πράγματα.

 

 

Κατέβασμα πολιτισμένο και οικολογικό.

 

 

Η επιστροφή ήταν από το παλαιό Brenner. Όχι κάτι το ιδιαίτερο, είχε και ζέστη.

Την επόμενη μέρα ήταν να βρεθούμε με τον Τάκη, αλλά κάπου μπλεχτήκαμε και τελικά εμείς καταλήξαμε στην Eibsee ακριβώς κάτω από το Zugspitze. Zugspitze είναι η υψηλότερη κορυφή της Γερμανίας, που την μοιράζεται, όμως, με την Αυστρία.

 

 

Μπορείς να ανέβεις και από τις δύο χώρες με τελεφερίκ. Πρόπερσι είχαμε ανέβει από την Αυστρία, που είναι και φθηνότερα. Φέτος θέλαμε να επισκεφθούμε τη λίμνη Eibsee στους πρόποδες. Ήταν, όμως Σάββατο και μαρτυρήσαμε, διότι είχε ζέστη και είχαν ξαμοληθεί όλοι οι Γερμαναράδες σε λίμνες, βουνά και περπατήματα και γινόταν της κακομοίρας στο δρόμο. Τέλος πάντων η Eibsee είναι πανέμορφη αλλά η ουσία ήταν ότι δεν την ευχαριστηθήκαμε.

 

 

Οι ουρές στη Γερμανοαυστρία τα Σαββατοκύριακα, είναι μνημειώδεις. Κάνουν τα δικά μας μποτιλιαρίσματα να μοιάζουν με παιδικό πάρτυ. Όμως διατηρούν όλοι την ψυχραιμία τους και έτσι βολεύεται η κατάσταση. 

 

 

Στην αναζήτηση λίγης δροσιάς και όχι τόσου πηξίματος κατευθύνθηκα προς την Plansee. Είχε λιγότερη κίνηση και βρήκαμε ένα ωραίο καφέ να την αράξουμε…….

 

 

 

 

 

 

 

 

Πολύ ωραίο το διάλλειμα, αλλά πολύ ωραία και η επιστροφή μέσα από καταπληκτική διαδρομή.

 

Είμαστε πια στις 21 Αυγούστου και η μέρα περιλαμβάνει περπάτημα μέχρι τα ερείπια του κάστρου Falkenstein που είναι κοντά.

 

 

Το κάστρο ή για να είμαι ακριβής τα ερείπια του κάστρου, διότι είναι μισογκρεμισμένο, βρίσκεται στην κορυφή ενός λόφου με ύψος 1268μ. Είναι το  υψηλότερα χτισμένο οχυρό της Γερμανίας. Φτιάχτηκε γύρω στο 1200μ.Χ.

Δεν πρόκειται για κάτι το εντυπωσιακό αλλά είναι σε πολύ ωραία θέση σε μία δασωμένη κορυφή.

 Το ενδιαφέρον με το κάστρο είναι ότι όταν το αγόρασε ο «τρελός» βασιλιάς Ludwig II της Βαυαρίας το 1883, ανέθεσε σε διάφορους αρχιτέκτονες να κάνουν σχέδια για την ανακατασκευή-αναστήλωσή του.

 

  

 

 Να θυμήσω εδώ ότι ο Ludwig II, είχε μια μανία με το να φτιάχνει κάστρα, «παραμυθένια» κάστρα. Έτσι κάπως έφτιαξε και το Neuschwanstein, που όλοι το γνωρίζουμε από το αντίγραφό του στην Disneyland, και μερικά ακόμη.  Φυσικά αυτά γινόντουσαν και με χρήματα του κράτους οπότε τελικά το φέσωσε. Οι Γερμανοί όμως ποτέ δε χάριζαν κάστανα και με συνοπτικές διαδικασίες τελικά τον έδιωξαν από την εξουσία χαρακτηρίζοντάς τον τρελό και σύντομα βρέθηκε πνιγμένος μαζί με τον γιατρό του σε μία λίμνη της περιοχής.

 Που να ήξεραν τι τουριστικά έσοδα θα έφερναν αυτές οι δημιουργίες του Ludwig II 100 χρόνια αργότερα στο Γερμανικό κράτος.

Όλες οι πόλεις (κωμοπόλεις, χωριά) συνδέονται μεταξύ τους και με ποδηλατόδρομους και με πεζόδρομους (μονοπάτια). Αυτά συνήθως είναι ανεξάρτητα των κεντρικών δρόμων οπότε μπορείς να περπατάς (ποδηλατείς) μακρυά από κεντρικούς δρόμους μέσα στη φύση. Τη συγκεκριμένη μέρα το μόνο πρόβλημα ήταν η ζέστη (37C).

 Το μονοπάτι φυσικά μέσα από άσχημα χωριά…….

 

  

 

 ……..με άσχημους κήπους………

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

    

Η ανάβαση ήταν κουραστική στο τελευταίο τμήμα, αλλά η θέα καταπληκτική.

 

 

     

 

 

 

 

 

 

 

 

Το περπάτημα της επιστροφής από την πίσω μεριά του λόφου πλάι σε ένα δροσερό ποταμάκι.

 

 

 

 

 

 

Γυρίσαμε στον ξενώνα, ήπιαμε τις καθιερωμένες μπυρίτσες στο Bier Garten και κάναμε χάζι ένα πούλμαν Κινέζων που κατέκλυσαν τον ξενώνα για να φάνε και να μείνουν. Τον ξενώνα (και το εστιατόριο) το δουλεύουν μόνοι τους η Sylvia και ο Gunther. Δεν έχει τα ελληνικά κόλπα, πήρα δύο Αλβανούς και δυο Βουλγάρες και εγώ κάνω τον αφέντη.  Οπότε ξεπατώθηκαν οι άνθρωποι με ένα πούλμαν Κινέζους να πρέπει να παραγγείλουν, να ετοιμαστούν τα φαγητά, να σερβιριστούν και να τακτοποιηθούν και στα δωμάτια. Και όμως δεν υπήρξαν ποτέ φωνές, άγχος, ή γκρίνια. Με ένα χαμόγελο ως αργά το βράδυ που ήρθε και κάθισε μαζί μας αφού έτρεχε επί ώρες ασταμάτητα η Sylvia, να τα πούμε πάντα με χαμόγελο. Και δώστου τα κερασμένα σναπς και οι μπύρες. Και πάντα οι μερίδες τεράστιες και προσεγμένες, όχι αρπακολατζίδικα πράγματα……

 Να’ναι καλά οι άνθρωποι, τους καλέσαμε στην Ελλάδα το επόμενο καλοκαίρι, μακάρι να μπορέσουν να έρθουν να τους ανταποδώσουμε τη φιλοξενία. O Gunther πιο στριφνός, περισσότερο επηρεασμένος από αυτά που ακούγονταν για την Ελλάδα, σε σχέση με τη Sylvia.  Όμως πάντα στο κομμάτι των υπηρεσιών άψογος, το πρωινό πάντα τέλειο και προσεγμένο ίδιο με των άλλων, τα φαγητά του πάντα εξαιρετικά. Οι τηλεοράσεις τους αλλά κυρίως οι εφημερίδες, απολύτως εχθρικές στην Ελλάδα. «Τσακώθηκα» με πολλούς κατά τη διάρκεια του πρωινού (ή βραδινού). Είναι απόλυτοι σε αυτό που πιστεύουν αλλά πρέπει να ομολογήσω ότι από τη στιγμή που θα αρχίσουν τη συζήτηση, ακούν αυτά που τους λες, σε κοιτούν στα μάτια και σου μιλάνε ντόμπρα. Έχουν και αυτοί τα προβλήματά τους, δουλεύουν και αυτοί πολλές ώρες την ημέρα, και δουλεύουν σωστά και συνειδητά. Τους αυξάνουν τους φόρους, δεν βρίσκουν και τα δικά τους παιδιά δουλειά και όλη την ώρα τους λένε ότι πρέπει να μειωθούν οι παροχές τους ώστε να βοηθηθούν οι αδύναμε χώρες.

 Στην Αυστρία η ξενοδόχος νοικιάζει 14 διαμερίσματα και δύο ξύλινα σπιτάκια, είναι σε εξαιρετικά τουριστική περιοχή, με λιμνούλα με πέστροφες στην αυλή της και άλλα τέτοια χλιδάτα. Θα περίμενε κανείς, με βάση τα ελληνικά πρότυπα, να το παίζει αφεντικό με τους αλλοδαπούς «δούλους». Και όμως, κάθε μέρα και αυτή και οι κόρες της έπεφταν στα 4  στις σκάλες στις μοκέτες με το Karpex να καθαρίσουν τις λάσπες ώστε οι υπηρεσίες να είναι οι σωστές. Είχαν και κάποιες κυρίες που βοηθούσαν μερικές μέρες την εβδομάδα αλλά τις υπόλοιπες μέρες όλες οι δουλειές γινόντουσαν από την ίδια και τα παιδιά της.

 Η μεγάλη τους κόρη, ξεκίνησε δουλειά εκείνες τις ημέρες που επιστρέψαμε, σε μια εταιρία. Θα φαντάζεστε μισθούς θεόρατους και εργασιακή χλιδή. Για διαβάστε παρακάτω. Θα δούλευε κανονικά 8άωρο για 450€ το μήνα με την παραχώρηση ότι μία μέρα την εβδομάδα θα παρακολουθούσε μαθήματα. Αυτό για 3 χρόνια, τη μία χρονιά θα έκανε Αγγλικά, την άλλη υπολογιστές και την Τρίτη Γερμανικά (φαντάζομαι φιλολογικά).

Ποια; Η κόρη του μεγαλοξενοδόχου στο Fusch!!

Ο καπιταλισμός έχει ξαμοληθεί και τρώει τώρα και τα παιδιά του.

(Όχι δεν είμαι κομμουνιστής, ούτε σοσιαλιστής ούτε δεξιός ούτε ακροδεξιός ούτε πελάτης κανενός).  

 Επιστροφή στην Sylvia, στη Γερμανία. Είχαμε συζητήσει αρκετά με τη Σύλβια τις προηγούμενες μέρες για διάφορα, και ανάμεσα στα άλλα της είχαμε πει ότι μας αρέσουν τα Σπέτζλε (ένα είδος Γερμανικών ζυμαρικών). Είχαμε φάει καταπληκτικά Σπέτζλε στο Bad Herrenalb στο μαύρο δάσος.

Προφανώς το θυμόταν αυτό η Σύλβια οπότε μας είπε ότι την επομένη (που ήταν Ruhe Tag δηλαδή ημέρα αργίας για τον ξενώνα) θα μας έδειχνε ο Gunther πώς να φτιάξουμε Σπέτζλε με τυρί, και θα τρώγαμε παρέα.

 Το πρωί όμως θέλαμε να πάμε στην Ulm, να κάνουμε επίσκεψη σε ένα κατάστημα Louis και αν το επέτρεπε ο καιρός να περπατήσουμε στην παλαιά πόλη της Ulm. Δυστυχώς είχαμε πέσει σε εβδομάδα καύσωνα οπότε με τα δέρματα η ζέστη ήταν ανυπόφορη και έτσι επισκεφθήκαμε  απλώς το Louis. Παραγγέλνω πολύ συχνά από το www.louis.de και είχα περιέργεια πως θα ήταν ένα τέτοιο μαγαζί μέσα. Πολύ εξυπηρετικοί όλοι, δοκιμάζεις, χαζεύεις, φιλικοί αλλά και διακριτικοί. Ωραία!  Ευκαιρία να πάρουμε και ένα νέο κρανάκι στη Βιβή, κάτι φτηνά αθλητικά παπουτσάκια για εμένα, και κάτι άλλα ψιλοπράγματα.

 Στην επιστροφή λιώσαμε στη ζέστη, 41 έδειχνε το θερμόμετρο. Αλλά το απόγευμα είχαμε μαθήματα μαγειρικής, οπότε ζωστήκαμε τις ποδιές μας, (ωχ αυτό μάλλον ακούστηκε λίγο αδερφίστικο…) και φτιάξαμε κάτι καταπληκτικά σπέτζλε, λιώσαμε στις μπύρες κάτω από την αγριοκαστανιά και μάθαμε την ιστορία του ξενώνα. Ωραία ήταν, θα το ξαναπώ, ντόμπροι άνθρωποι με καθαρό βλέμμα. Μας έκαναν και δώρο ένα εργαλείο (σαν τρίφτης είναι) που χρησιμοποιείται στην παρασκευή των Σπέτζλε.

 Την επομένη μέρα η Σύλβια θα έφευγε για να παρευρεθεί στα γενέθλια της γιαγιάς της 500χλμ μακριά, οπότε ο Gunther θα ήταν μόνος του στον ξενώνα. Εμείς πάλι είχαμε κανονίσει βουνολάγκαδα με τη μηχανή. Επίσκεψη ξανά στο Stelvio αλλά από άλλη διαδρομή.

 

 

Η διαδρομή αυτή που φαίνεται στο χάρτη, παρόμοια με αυτή που είχαμε ακολουθήσει για Stelvio με μόνη διαφορά ότι κοντά στο Malles Venosta στρίψαμε δεξιά προς Taufers μπήκαμε Ελβετία περάσαμε από Mustair και ανεβήκαμε το Umbrail pass (2501m).

 Αυτή η λίμνη στα 1500μ υψόμετρο (λίμνη Resia) ήταν πραγματικά καταπληκτική. Η λίμνη είναι τεχνητή και προφανώς υπήρχε κάποιο χωριό που κατακλύσθηκε από νερό και έμεινε μόνο το καμπαναριό απ’έξω.

 

  

 

Μερικά χιλιόμετρα μετά τη λίμνη φεύγει ο δρόμος δεξιά προς Taufers και εν συνεχεία Mustair. Περνά από μερικά «άσχημα» ιταλικά χωριά και μετά από μερικά «ακόμη πιο άσχημα» ελβετικά χωριά. Η ασχήμια, η φτώχια και η ανέχεια είναι διάσπαρτες παντού και κάνει το ταξίδι μας να φαντάζει ανθρωπιστική αποστολή σε κατατρεγμένα σημεία του πλανήτη.

 

 

 

Αρχίζει η ανάβαση του Umbrail, σαφώς πιο εύκολη από τη βόρεια πλευρά του stelvio, Μου άρεσε περισσότερο διότι είχε λιγότερη κίνηση και καλύτερο δρόμο (με εξαίρεση ένα μικρό κομμάτι που ήταν χωματόδρομος).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Και έτσι ξαναβρεθήκαμε στο stelvio.

 

 

 

 

Μερικές φωτογραφίες, μερικά μπλουζάκια και πάλι κάτω. Η συνέχεια έχει Livigno για ανεφοδιασμό και καφέ και από εκεί πέρασμα Ελβετία μέσω του Forcola di Livigno (2315m) και κατεύθυνση προς τον «Άγιο». Ποιόν «Άγιο»; Ένας είναι ο Άγιος, όλοι οι άλλοι είναι μπας κλας, προσκυνώ τη χάρη του. Θα τα πούμε σχετικά παρακάτω….

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τι καταπληκτικό μέρος αυτό το Livigno, γεμίζω βενζίνη και κάθομαι σε ένα καφέ παραγγέλνουμε κάτι καπουτσίνους και φεύγει ο Βιβή να πάει για τα γνωστά souvenir. Έρχεται το ιταλόπουλο με τους καφέδες, καλοντυμένος, οι καφέδες περιποιημένοι, με σχεδιάκια. Καλώς τα μας και βγάζω χαρτονόμισμα να πληρώσω, του λέω πόσο έχουν; Μου λέει 3 ευρώ!! Παθαίνω κατάθλιψη!! Βενζίνη 1,075 το λίτρο, καπουτσίνο με 1,5€ δεν θέλω να γυρίσω στην Ελλάδα λέμε…….

(Νομίζω ότι σε όλους μας αξίζει κάτι καλύτερο από αυτό που ζούμε εδώ, αλλά όπως για όλα τα πράγματα στη ζωή πρέπει να το πιστέψουμε και να αγωνιστούμε για αυτό. Μόνο του και αυτόματα δε θα έρθει. Θα γίνει αργά ή γρήγορα όταν οι μη πελάτες γίνουν περισσότεροι από τους πελάτες)

 Υπογλώσσιο πάλι και συνεχίζω. Ανεβαίνουμε Forcola di Livigno (2315μ), έχουμε αρχίσει να συνηθίζουμε τη βρωμιά, την ασχήμια και τη δυστυχία των ιθαγενών……

 

 

 

 

 

Και μετά από λίγο μπήκαμε Ελβετία. Γενικά την Ελβετία μάλλον την περίμενα αλλιώς. Ωραία χωριά, δε λέω, αλλά οι δρόμοι, τουλάχιστον στο κομμάτι που κινηθήκαμε εμείς ήταν κατσικόδρομοι, έχουμε και στο χωριό μας τέτοιους.

  

Περάσαμε και το Passo di Bernina (2330m), και πλησιάζαμε πλέον τη σκήτη του «Αγίου». Ποια Παναγία της Τήνου, ποια Παναγία Σουμελά, ποιος Άγιος Παντελεήμονας!! Εδώ μιλάμε γινόταν λαϊκό προσκύνημα. Όλοι με ότι μέσο είχε ο καθένας έτρεχε στον «Άγιο», με Audi, Mercedes, Porsche, Ferrari, τρένο, ποδήλατο με τα πόδια, μέχρι και ανθρώπους με Π είδα να πηγαίνουν προς τον «Άγιο»

 

 

Όπως προείπα χαμός γινόταν στον Άγιο Μοριτζίκιο. Αυτοί οι τσοπαναράδες οι Ελβετοί τον λένε St. Moritz αλλά εμείς οι ορθόδοξοι ξέρουμε ότι το πραγματικό του όνομα είναι Μοριτζίκιος. Δεν υπάρχει τέτοιος άγιος ακούω να λέτε. Να τον εφεύρουμε ανταπαντώ. Αυτοί έναν έχουν και η χώρα τους είναι υπέροχη και μαζεύει και όλα τα λεφτά του πλανήτη. Εμείς έχουμε ένα κατεβατό, δέκα τόμους λίστα με αγίους και είμαστε σε αυτά τα χάλια. Μήπως, λέω μήπως το έχουμε πάρει λάθος; Εγώ πάντως κατά την επιστροφή έβαλα την παρακάτω φωτογραφία στο εικονοστάσι μπροστά στο καντήλι (η πεθερά μου αντιδρά λίγο αλλά θα της περάσει όλη την ώρα τρέχει στον Αι Γιάννη στα Κατούνια, είδε κανά καλό; Μπα!)

 

 

Και κάνω και τάμα εδώ και τώρα!! Άγιε μου Μοριτζίκιε, κάνε να φύγουν αυτά τα ελοχίμ να χωθούν στις τρούπες τους και εγώ του χρόνου πάλι εδώ στο ασκηταριό σου θα’μαι και θα αγοράσω και μαγνητάκι με τ’ονομά σου.

 Θα δείτε, θα βγει το τάμα μου. Πάμε στοίχημα; Βέβαια μετά θα πρέπει να κάνω άλλο τάμα να φύγουν οι επόμενοι που θα’ρθουν, αλλά τι να κάνουμε έτσι είναι η ζωή.

 

 

 

Είχαμε ακόμη πολύ δρόμο για την επιστροφή, θα κάναμε έναν κύκλο. Μετά το St. Moritz στη La punt θα στρίβαμε αριστερά να ανέβουμε το Albula pass (2315m)  μετά θα ακολουθούσαμε κατεύθυνση προς Davos και εκεί θα στρίβαμε δεξιά για Fluela pass (2383μ). Στη συνέχεια Zernez και Ofen pass(2149m). Από εκεί θα βγαίναμε Malles Venosta και επιστροφή από τον ίδιο δρόμο που είχαμε πάρει το πρωί.

 

 

 

Έτσι κι έγινε. Ανεβήκαμε Albula pass, που με εντυπωσίασε η κοτρονίλα, ένα ατελείωτο νταμάρι ήταν, είχε μια άγρια ομορφιά, που άρεσε πολύ. Το κατέβασμά του όμως, αν και μέσα από μαγευτική διαδρομή, ένας εξωφρενικά στενός κατσικόδρομος. Κατσικόδρομος με όλη τη σημασία της λέξης, γκάπα γκούπ όλη την ώρα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 Στη συνέχεια φτάσαμε στο Davos. Οι μεγαλύτεροι θα θυμόμαστε ότι στο Davos είχε συναντηθεί ο πατερούλης του τωρινού αρχηγού με το Τούρκο αρχηγό (Τουργκούτ Οζάλ) το 1986 αν δεν κάνω λάθος. Ήταν τότε που ήμασταν εχθροί με τους Τούρκους (πριν αρχίσουμε όλοι μαζί ομαδικώς να βλέπουμε τη Σεχραζάτ και τη Λάμια).

Τώρα καταλαβαίνω. Εμείς νομίζαμε ότι είχαν πάει για σκληρές διαπραγματεύσεις στην ξενιτιά. Λάθος, μεγάλο λάθος, άμα δεις το Davos θα καταλάβεις ότι είχαν πάει για διακοπές και χαλάρωση, και σου λέει κάτσε να πούμε στα χαϊβάνια ότι τάχα μου είμαστε για δουλειά. Και εμείς με τη Βιβή, μην ξεχνάτε, ανθρωπιστική αποστολή στο δοκιμαζόμενο λαό της Ελβετίας ήμασταν άλλωστε.

 Στη Fluela είχε αρχίσει να νυχτώνει οπότε δεν έχει φωτογραφίες, ήταν όμορφα όπως όμορφο ήταν και το Ofen pass που ακολούθησε. Με αυτά και μ’ αυτά φτάσαμε μαύρα μεσάνυχτα στον ξενώνα. Με το που φτάσαμε, ήρθε ο Gunther. Μας περίμενε όλο αγωνία. Πρέπει να πω ότι ήξεραν για το περυσινό χουνέρι της μηχανής, γι’αυτό φέτος όταν λείπαμε πολλές ώρες και εκείνος και η Sylvia είχαν αγωνία αν είμαστε οκ.  Μας άνοιξε τη σάλα του εστιατορίου, αφού μας βοήθησε να παρκάρουμε στον ιδιωτικό του χώρο, που χρησιμοποιεί και ως αποθήκη για τα τρόφιμα του ξενώνα και μας πρόσφερε καταπληκτικό ολόζεστο γκούλας με σπέτζλε. Μια υπέροχη κατάληξη για μια υπέροχη μέρα! 

Οι επόμενες μέρες πέρασαν με περπατήματα στην περιοχή, για φωτογραφίες, κουβεντούλα με τον Gunther και τη Sylvia που στο μεταξύ είχε επιστρέψει και πολλές μπύρες κάτω από την αγριοκαστανιά. Εκεί απέκτησα και μια καταβολάδα αγριοκαστανιάς να τη βολέψω κάπως στις βαλίτσες. Όπως μπορείτε να δείτε από τις φωτογραφίες όλα τα σπίτια είναι προσεγμένα και οι κήποι και ο εξωτερικός χώρος διακοσμημένος με μεράκι.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

26 Αυγούστου πρωί πρωί φορτώσαμε χαιρετηθήκαμε και αρχίσαμε την επιστροφή. Θα μέναμε 6 ακόμη μέρες στο Fusch.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Το χαρακτηριστικό γνώρισμα της διαδρομής ήταν η ζέστη, αφόρητη ζέστη γύρω στους 35C

 

 

Στο Fusch φτάσαμε με 35-36 βαθμούς, κατά τόπους το θερμόμετρο έδειχνε και παραπάνω. Υπάρχει ποδηλατόδρομος και μονοπάτια δίπλα σε ένα ποταμάκι απ’ όπου μπορεί κανείς να φτάσει  στο Bruck που είναι μερικά χιλιόμετρα μακριά οπότε το απογευματάκι, αναλώθηκε σε βόλτα δίπλα στο ποτάμι.

 Η επόμενη μέρα ξημέρωσε με σύννεφα και με άσχημη πρόγνωση για τον καιρό. Δε χάσαμε την ευκαιρία όσο ακόμη δεν έβρεχε και περπατήσαμε μερικά χιλιόμετρα κατά μήκος του ποταμού. Μόλις άρχισε να βρέχει γυρίσαμε πίσω στον ξενώνα, βάλαμε αδιάβροχα και φύγαμε για Hochtor. Εκεί που την προηγούμενη μέρα είχαμε 34-36C, το ανέβασμα μας βρήκε με ομίχλη, βροχή και 12C. Φτάσαμε στο Hochtor και καθίσαμε για καφέ και γλυκά (Kaffee mit Kuchen). Βγήκαμε έξω μετά από καμιά 40αριά λεπτά και η θερμοκρασία ήταν 7-8C. Ανεβήκαμε  Edelweisspitze (απόσταση 20 λεπτών λόγω ομίχλης και βροχής), μόλις πάρκαρα η θερμοκρασία ήταν 4C. Ξανακαθίσαμε για καφεδάκι και μόλις βγήκαμε μετά από 40 λεπτά ψευτοχιόνιζε και η θερμοκρασία ήταν 0.5C!!!!

 

 

 

 

  

 

 

 

Και όχι μόνο αυτό αλλά όπου υπήρχε σταγόνα νερού από τη βροχή που έριχνε προηγουμένως είχε παγώσεις διακόπτες δε δούλευαν, το κλειδί δεν έμπαινε στη κλειδαριά, το τιμόνι δε γύρναγε, οι ρόδες και τα φρένα είχαν παγώσει. Αυτό πρώτη φορά μου είχε τύχει. Πήραμε την κατηφόρα ενώ ψιλοχιόνιζε. Το απόγευμα μας βρήκε βόλτα με τα πόδια ως το Bruck.

 Η επόμενη μέρα κύλισε παρομοίως με βόλτα ως το Bruck……

 

 

  

 

 

….και ανέβασμα πάλι Grossglockner το απογευματάκι. Και κάπου εδώ ήρθε η ώρα να σας αποκαλύψω το έδειξε η μεγάλη έρευνα για καλύτερα Kaffee mit Kuchen στα καφέ τους Grossglockner.

 

 

 

…Haustorte ακριβώς στη διασταύρωση για Edelweisspitze (στο μεγάλο πάρκινγκ) αλλά πριν αρχίσουμε να ανεβαίνουμε τον τούβλινο δρόμο που καταλήγει στο Edelweisspitze.

 

 

 

 

 

…..Η θέα χάλια ως συνήθως…..

 

 

 

 

 

….ωραίο καφεδάκι, ωραία τουρτίτσα, δροσερός βουνίσιος αέρας, καταπληκτική θέα, απλά υπέροχα. Και το CBF το απολάμβανε, γουργούριζε πολύ χαρούμενο στην κατηφόρα. Είναι κάτι στιγμές που τυχαίνει να δένουν όλα τόσο ωραία!!!

 

 

 

 

 

 

Η επόμενη μέρα ήταν αφιερωμένη στο περπάτημα. Αν και το πρωί είχε ομίχλη σύντομα καθάρισε και έτσι πήραμε τα βουνά και τα μονοπάτια.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 fusch11p8291740 001

 

H Gleiwitzerhutte, την οποία είχαμε επισκεφθεί πριν από μερικές μέρες, όπως φαίνεται από το απέναντι βουνό.

 

Η θέα προς την Zell am See

 

 

 

 

Και την επομένη οι βόλτες συνεχίστηκαν…

 

 

 

 

 

 

Γιατί με κοιτάει έτσι αυτός;

 

 

…και αυτός;

 

 

Έτσι πέρασε άλλη μια τραγική ημέρα…..υπομένοντας τη διάχυτη ασχήμια….

….και η επόμενη μέρα μας βρήκε να περιηγούμαστε στο φαράγγι Kitzlochklamm στο Taxenbach.

 Άλλο ένα φαράγγι, με μεγάλο πάρκινγκ στην είσοδο, με είσοδο 4 ευρώ το άτομο, αλλά με προσεγμένα και ασφαλή μονοπάτια, με γεφυρούλες και τουνελάκια, άλλος ένας ορισμός του πως αξιοποιούμε τις ομορφιές του τόπου μας με σωστό και όχι αρπακολατζίδικο τρόπο.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κάπου στη διαδρομή υπήρχε και μικρή σπηλίτσα, που όμως μπορούσε να την επισκεφθείς μόνο με οδηγό. Μηδαμινή σε σχέση με τα σπήλαια τα δικά μας, αλλά χαρακτηριστική περίπτωση του πως βγάζουμε από τη μύγα ξύγκι. Κομψά, πολιτισμένα και όμορφα.

 

 

 

 

 

 

 

 

…..Μετά τη μεγάλη ξύλινη σκάλα  δεξιά πάει κανείς για το τέρμα του μονοπατιού, ενώ αριστερά επιστρέφει από άλλη διαδρομή στο πάρκινγκ.

 

 

 

 

 

 

 

Στο τέλος του μονοπατιού υπάρχει μνημείο, στο σημείο όπου σκοτώθηκαν 8 μαθήτριες το 1974 όταν κατά την επίσκεψη μιας σχολικής τάξης, υπερφορτώθηκε το τότε γεφυράκι και γκρεμίστηκε. Το φαράγγι έκλεισε τότε  και ξανάνοιξε για το κοινό δύο χρόνια αργότερα.

 

 

Στην επιστροφή το μονοπάτι περνάει δίπλα από μια στοά χρυσοθήρων που χρονολογείται στο 1553 μ.Χ.

 

Δεν είναι γνωστό πόσοι ερημίτες (και ποιοί) ζούσαν εδώ αλλά είναι γνωστό ότι ο τελευταίος πέθανε το 1913. Ονομαζόταν Andreas Pirnbacher και ζούσε στο φαράγγι τα καλοκαίρια, εκτρέφοντας γίδες και πουλώντας souvenir στους τουρίστες.

 

 

 

 

Επιστρέφοντας στην είσοδο του φαραγγιού υπάρχουν μαγαζάκια με souvenir που σερβίρουν και καφέ και γλυκά. Καταπληκτικά τα strudel με μήλο και κεράσι (2,5€ με την κρέμα), φθηνός για τα (ως τώρα) ελληνικά δεδομένα ο καφές (2,5€) και πάντα χαμογελαστοί και εξυπηρετικοί οι υπάλληλοι. Άλλη μια τραγική ημέρα.

 

 

Είχαμε φτάσει 1 Σεπτεμβρίου πια και είχε έρθει η ώρα της αναχώρησης από το Fusch. Θα κατεβαίναμε 10 ακόμη μέρες στο Rovinj στο φίλο μας τον Ivan, και 11 Σεπτεμβρίου θα πηγαίναμε Βενετία να πάρουμε τι καράβι για πίσω. Όμως αποφάσισα να μην πάμε από το συντομότερο δρόμο Κροατία, αλλά να κόψουμε κάθετα τη Σλοβενία μέσα από το καταπληκτικό Triglavski National Park. Η διαδρομή:

 

 

Πριν τελειώσω την ενότητα Αυστρία, να θυμίσω ότι για να κινηθεί κανείς στην Autobahn (και μερικές schnellstrassen) χρειάζεται κανείς να αγοράσει μια βινιέτα. Για 10 ημέρες κοστίζει 4,5€. Μόνο σε κάποια (λίγα) τούνελ χρειάζεται να πληρώσει κανείς επιπλέον διόδια. Η βενζίνη ήταν γύρω στο 1,36€/λτ το καλοκαίρι του 2011. Στη Γερμανία ήταν 1,5€/λτ και δεν χρειάζεται ούτε βινιέτα ούτε τίποτα. ΟΛΟΙ οι δρόμοι είναι δωρεάν. Στα σύνορα γινόταν χαμός από Γερμανούς που πήγαιναν για να γεμίσουν βενζίνη στην Αυστρία και με τα πορτ μπαγκάζ γεμάτα μπιτόνια.

 Και στην Αυστρία και στη Γερμανία σε πολλές περιπτώσεις ΔΕΝ μας έκοβαν αποδείξεις και η συναλλαγή γινόταν με το ελληνικό τρόπο, κάνω την πρόσθεση στο μπακαλόχαρτο (κομμάτι εφημερίδας ή ότι ήταν πρόχειρο), danke schon, bitte sehr και τελειώσαμε. Και όχι μόνο σε εμάς που ήμασταν ξένοι, και στους Γερμανούς το ίδιο.

Έτσι για να μην τσιμπάμε……

 

Περάσαμε τη Lienz και διαλέξαμε να περάσουμε το Nassfeld Pass (1530m). Το Nassfeld Pass ήταν μια ευχάριστη έκπληξη. Ειδικά το κατέβασμα προς Ιταλία ήταν μέσα από υπέροχη διαδρομή με ελάχιστη κίνηση. Αλλά κατά τόπους ο δρόμος στενός και άθλιος. Φάγαμε πολύ κοπάνημα αλλά άξιζε τον κόπο, ήταν και ο καιρός βαρύς και είχε μια βουνίσια χειμωνιάτική ομορφιά το σκηνικό.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Περάσαμε και ένα ημικυκλικό τούνελ με φουρκέτα στο εσωτερικό του. Δε φαίνεται καθαρά στις φωτογραφίες αλλά ήταν ενδιαφέρον. Ένας θεός ξέρει πότε φτιάχτηκαν αυτοί οι δρόμοι με τρομερές δυσκολίες στο ανάγλυφο και εμείς ακόμη παλεύουμε να φτιάξουμε την Π.Α.Θ.Ε.

 

 

 

 

Από εκεί, πήραμε το δρόμο για Tarvisio και μπήκαμε Σλοβενία από το Passo del Predil (1156m).

 

 

 

 

Ομοίως καταπληκτική διαδρομή. Ήταν όμως ξεκάθαρο ότι δε θα τη γλιτώναμε τη βροχή. Φτάσαμε στα σύνορα Ιταλίας-Σλοβενίας και το μισογκρεμισμένο οχυρό Predilsattel

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η κατεύθυνση που ακολουθήσαμε προς Bovec  και στη συνέχεια Kobarid, Tolmin. ΑΠΛΑ ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΗ διαδρομή μέσα σε φαράγγια, δίπλα σε ποταμάκια, όμορφα χωριά, πράσινο. Ο δρόμος όμως πάρα πολύ στενός και πολλή κίνηση με τους τοπικούς να τον ξέρουν απ’ έξω και να πηγαίνουν αέρα πατέρα. Κουραστικός από την άποψη της κίνησης αλλά απολαυστικός και με πολλά όμορφα χωριά. Στο Bovec το ψιλόβροχο μετατράπηκε σε καταιγίδα η οποία κράτησε και μέχρι που βγήκαμε στον αυτοκινητόδρομο κοντά στο Logatec. Η Σλοβενία είναι πραγματικά πανέμορφη χώρα. Επέλεξα πάλι να πάω μέσω Buzet. Αυτή τη φορά στα σύνορα Σλοβενίας – Κροατίας ήταν η σειρά των Κροατών να πάθουν εμπλοκή με τις ταυτότητες. Πετύχαμε μια πιτσιρίκα, που μόλις είδε τις ταυτότητες έπαθε τον γνωστό πανικό, αναγκαστήκαμε να περιμένουμε κανά πεντάλεπτο, να συσκεφθεί με τους προϊσταμένους της, και στο τέλος ήρθε και έκανε την κρίσιμη ερώτηση : «Πού πάτε;»

Μού ’ρθε να της πω στη Λιβύη αλλά δεν ήταν ώρα για πλάκες. Της απάντησα στο Rovinj, λες και βόλευε το συγκεκριμένο πέρασμα για πουθενά αλλού εκτός Istria, και αυτό φαίνεται την καθησύχασε(!?) Τέλος πάντων άβυσσος η ψυχή της γυναίκας…..

 Αυτό το συμβάν μου θυμίζει τα πρώτα ταξίδια στο εξωτερικό. Τότε, όπως έχω ξαναγράψει στην αρχή, φεύγαμε 12μιση τα μεσάνυχτα από την Εύβοια και φτάναμε 6μιση το απόγευμα στο Dubrovnik. Περιγράφω λίγο τα συνοριακά περάσματα που περνάγαμε (θα δείτε που θέλω να καταλήξω).

 

1. Ελλάς-Σκόπια – στην είσοδο για Σκόπια ποτέ δεν είχαμε πρόβλημα, πάντα περνάγαμε χωρίς να σβήσουμε τη μηχανή, χωρίς να βγάλουμε κράνη, μόνο μία φορά ο Σκοπιανός μου είπε σε άψογα ελληνικά,

 

Σκοπιανός:  «ρε φίλε δεν μου δίνεις κάτι για ένα καφέ»

Εγώ : « Πόσο πάει ο καφές στα Σκόπια;»

Σκοπιανός : «Δε μου δίνεις κανά τάληρο;»

 

Πρόσθεσε και ένα βάλτο στο διαβατήριο, αλλά εγώ αυτό δεν το άκουσα μου το’πε η Βιβή μετά

Εγώ : «Ακριβός είναι ο καφές στα Σκόπια αλλά χαλάλι»

 

Και βγάζω και του δίνω το τάληρο στο χέρι, κοκκίνισε, πρασίνισε  ο Σκοπιανός αλλά τι να κάνει το πήρε.

 

Μια φορά με έχει σταματήσει και η αστυνομία στα Σκόπια, αλλά με το που είδε ότι ήμουν Έλληνας με έδιωξε χωρίς καν να ζητήσει χαρτιά.

  

2. Σκόπια-Κόσοβο. Τα πρώτα χρόνια ήταν φυλάκιο UN, μετά δεν υπήρχαν κυανόκρανοι. Εκεί είχε πλάκα, την πρώτη φορά είχε αυτόματα, αλεξίσφαιρα, κράνη, Kevlar λες και ήσουν στο Ιράκ. Τις επόμενες χρονιές κυριλέ. Η διαδικασία πανεύκολη, μόνο που έπρεπε να κάνεις μια ασφάλεια διότι δεν ίσχυε η πράσινη κάρτα στο Κόσοβο. Είχαν όμως computer. Και από τη δεύτερη φορά και μετά ήσουν καταχωρημένος και η διαδικασία δεν κρατούσε πάνω από 1 λεπτό. Πάντως και εκεί στο φυλάκιο δε χρειαζόταν ούτε κράνος να βγάλεις.

 

3.Κόσοβο-Μαυροβούνιο. Κυριλέ πράγματα, ποτέ δεν έχουμε βγάλει κράνος εκεί.

 

4.Μαυροβούνιο-Βοσνία. Ομοίως, ποτέ δεν έχουμε βγάλει κράνος.

 

5.Βοσνία-Κροατία, στην Κροατική μεριά 1-2 φορές έχει χρειαστεί να βγάλουμε κράνος.

 

Που θέλω να καταλήξω. Επιστρέφουμε από Σκόπια προς Ελλάδα (πριν χρόνια), Σάββατο βράδυ, φτάνουμε στο ελληνικό φυλάκιο μεσάνυχτα, είναι πάνω στην αλλαγή της βάρδιας και μέχρι τα παιδιά να πουν τα νέα της ημέρας, να περιγράψουν τους ηρωισμούς που έζησαν, το ελληνικό φυλάκιο έχει «πεθάνει» δεν περνάει κανείς και τίποτα. Είχαν και δίκιο τα παιδιά, Σάββατο βράδυ, εκεί που κανονικά θα’ταν με τη Κούλα στα μπουζούκια, με τα τσιφτετέλια της, τα ξωβυζά της, τι δουλειά είχε το παλικάρι να κάνει συνοριακούς ελέγχους, έλα ντε. Να ‘παιρνε τουλάχιστον 5-6 χιλιάδες ευρώ υπερωρίες να το συζητήσουμε, Αι σιχτίρ μπαμπέσα κοινωνία. Έχουμε μαζευτεί ουρά, ουράκλα. Κάποια στιγμή μετά από κανά μισάωρο, αρχίζουν να μας αφήνουν, από ένα γκισέ φυσικά, (ώστε να εγκλιματιστούμε στους ρυθμούς της χώρας προφανώς», φτάνω φορτωμένος ως επάνω του λέω καλημέρα (έχει περάσει δώδεκα) του δίνω το ελληνικό διαβατήριο το κοιτάει και με ρωτάει ο ηλίθιος : «Τι χώρας διαβατήρια είναι αυτά;» Ε τώρα τι να του πεις του μ@λ@κα; Του λέει η Βιβή  Ουγκάντας, δεν του αρέσει η απάντηση και φυσικά φάγαμε το σχετικό καψόνι, μας έβαλε να βγάλουμε κράνη και τα σχετικά.

 

 Συνεχίζω. Άλλο ένα υπογλώσσιο. Φτάσαμε βραδάκι πια στο Rovinj. Είναι ωραία να φτάνεις κουρασμένος σε ένα γνωστό μέρος που σε περιμένουν και να μη χρειάζεται να ψάχνεις για κατάλυμα. 

Στην Κροατία οι τελευταίες μέρες πέρασαν ήσυχα με μπανάκια και βολτούλες.

 Για να μην το ξεχάσω, στην Κροατία τα σχολεία άνοιξαν στις 5 Σεπτεμβρίου, τα παιδάκια από την πρώτη μέρα έκαναν μάθημα μέχρι το μεσημέρι και οι τσάντες τους ήταν γεμάτες βιβλία. Μετάφραση : οι δάσκαλοι ήταν στο σχολείο από την πρώτη μέρα, κατάφεραν από την πρώτη μέρα να βγάλουν ωρολόγιο πρόγραμμα, δεν είχαν πρόβλημα με το χαρτί των βιβλίων. Και αυτοί είπαμε έχουν kuna, όχι το ισχυρό ευρώ!!!!!

 Στην Αυστρία που είναι χωρισμένη σε κρατίδια, τα σχολεία ανοίγουν σε διάρκεια 3 εβδομάδων (ανάλογα το κρατίδιο) ώστε να μην επιστρέφουν όλοι μαζί από τις καλοκαιρινές διακοπές και έχουν προβλήματα συνωστισμού στους δρόμους.

 

 

 

 

 

 

 

 

Στη Istria μια από τις τοπικές σπεσιαλιτέ είναι το γουρουνόπουλο στη σούβλα. Πολλές ταβέρνες καθημερινά ψήνουν 2-3 γουρουνάκια.

 

 

Προτελευταία μέρα μας καλεί ο Ivan να φάμε μαζί. Ο Ivan είναι συνταξιούχος δύτης, συνταξιούχος μεν ένα θηρίο μέχρι εκεί πάνω δε, με ένα στέρνο 2 στρέμματα. Όπως λέει και ο ίδιος κλείνοντας το μάτι, ακόμη δουλεύει «μαύρα» το χειμώνα. Συνήθως όταν τρώμε μαζί έχει άγρια όστρακα, ψάρια και άλλα τέτοια θαλασσινά. Καθόμαστε, αρχίζουμε τις γκράπες και τα κρασιά, και ξαφνικά καταφθάνει γουρουνάκι 10 κιλά καλοψημένο. Λιώσαμε στο φαί  πήραμε ότι περίσσεψε και για το καράβι.

Η τελευταία μέρα πέρασε προσπαθώντας να χωρέσουμε όλα τα πράγματα στις βαλίτσες. Αγώνας λέμε, αγώνας.

 

Ζύγισα τις βαλίτσες όταν επιστρέψαμε:

 

Top Case Givi E55 :  15,9kg

Givi E41 πλαινή : 14,1 kg

Givi E41 πλαινή : 15,3 kg

Tang bag : 14,6 kg

Louis σάκος που τον δένω πάνω από την top case: 12,1kg

 

Σύνολο : 73 kg αποσκευές

 

Σύνολο δύο επιβάτες  + αποσκευές : 217kg

 

Αν σκεφτεί κανείς ότι το ταμπελάκι στο υποπλαίσιο γράφει μέγιστο φορτίο 195kg καλά τα πήγε το CBFάκι.

 Αποχαιρετιστήκαμε με τον Ivan, πήραμε και την καθιερωμένη γκράπα δώρο και νωρίς νωρίς 11 Σεπτεμβρίου πήραμε το δρόμο για Βενετία. Ξεκινήσαμε λίγο πριν τις 5 το πρωί, φτάσαμε στο λιμάνι στις 8 εν μέσω πυκνής ομίχλης.

 

 

 

 

 

 

 

 

….και η αγριοκαστανιά μαζί φυσικά….

 

Μπήκαμε στο καράβι. Δεν κατάλαβα ποτέ γιατί αφού ήταν τόσο άδειο το καράβι, φάγαμε τέτοιο καψόνι στο παρκάρισμα. Μας έχωσαν σε ένα σημείο απ’όπου έπρεπε να βγούμε με την όπισθεν και ίσα ίσια που χωράγαμε. Μεγάλη πίκρα, ευτυχώς έπεσε συναδελφική αλληλεγγύη ανάμεσα στους ξένους μηχανόβιους και τα καταφέραμε και βγήκαμε.

 

Δε θα πηγαίναμε κατευθείαν σπίτι, για να μη μας έρθει απότομα η πατρίδα. Θα μέναμε μερικές μέρες στο Μονοδένδρι (στα Ζαγοροχώρια) να περπατήσουμε και το φαρράγγι του Βίκου να κάνουμε και κανά μπανάκι στις πηγές του Βοϊδομάτη.

 

 

Βγήκαμε μεσημέρι με απίστευτη ζέστη Ηγουμενίτσα, και πήραμε την Εγνατία για Ιωάννινα. Ωραία η επιστροφή στην ελληνική πραγματικότητα, αντί για rest station καντίνες με λινάτσα βαμμένη με σπρέυ – Καφές – Τοστ –έγραφε, εκεί κάπου στην Παραμυθιά. Ο γνώριμος χαοτικός ρυθμός στους δρόμους, η παμφθηνη βενζίνη μας , ευτυχώς φτάσαμε σύντομα Μονοδένδρι σε έναν γνωστό μας ξενώνα, που πάντα παρέχει καλές υπηρεσίες.

 

Εξαιρετικές υπηρεσίες, φιλοξενία, καθαριότητα σε ευρωπαϊκή (και όχι ελληνική) τιμή. Να μια πρώτη ευχάριστη έκπληξη (και θα ακολουθούσαν και άλλες). Η αλήθεια είναι ότι όλες αυτές τις φορές που έχουμε επισκεφθεί το συγκεκριμένο ξενώνα οι υπηρεσίες ήταν πάντα άνω του ελληνικού μέσου όρου http://www.ladiasmonodendri.com.  

 

 

 

 

Το απόγευμα έριξε καρέκλες οπότε την αράξαμε στον ξενώνα.

 

 

 

 

Η επόμενη μέρα ήταν υπέροχη, και ζεστή, ότι έπρεπε για βολτούλα στις πηγές του Βοϊδομάτη και βουτιά στα παγωμένα νερά. Πήραμε τη μηχανή, πήγαμε ως το χωριό Βίκος και από εκεί κατεβήκαμε στις πηγές.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μετά το αναζωογονητικό μπανάκι, επιστροφή στον ξενώνα και βόλτα ως την Αγία Παρασκευή.

 

 

 

 

 

 

Την επομένη το πρόγραμμα περιλάμβανε «μηχανάδα», βόλτα ως το Μέτσοβο και επιστροφή από την τεχνητή λίμνη πηγών Αώου.

 

 

Πήρα το παλαιό δρόμο από Ιωάννινα για Μέτσοβο μέχρι λίγο μετά τη γέφυρα Μπαλτούμα. Τι ωραίος δρόμος, τώρα που είναι άδειος. Καλή άσφαλτος, ωραία θέα στη λίμνη. Το Μέτσοβο, όπως πάντα στον δικό του κόσμο. Υποτίθεται παραδοσιακό καφενείο, καφές ελληνικός χάλια μαύρα, η ευγένεια είναι λέξη άγνωστη και φυσικά 3€ ο καφές νερόπλυμα. Πάντως ο φούρνος στο Μέτσοβο έχει το καλύτερο ψωμί. Μυρίζει ξύλο και είναι καταπληκτικό. Για επιστροφή έχω επιλέξει να πάμε από την τεχνητή λίμνη πηγών Αώου. Από εκεί είχα ρυθμίσει το gps να με βγάλει στο δρόμο Γρεβενιτίου – Βοβούσας αλλά όπως θα διαβάσετε προέκυψε πειρασμός.

 

Υπέροχη η περιοχή της λίμνης, άδειος ο δρόμος, όμορφα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Με το που βγήκα στο δρόμο Βοβούσα-Γρεβενιτίου βλέπω δρόμο να φεύγει δεξιά κάτω προς «Μονή Βουτσά» και «Γεφύρι Κούρτια» (για το όνομα δεν είμαι σίγουρος). Ωραία λέω πάμε να βρω το γεφύρι. Φτάνω στο μοναστήρι, μετά ο δρόμος γίνεται χωματόδρομος, ταμπέλα άλλη πουθενά, συνεχίζω φτάνω στο ποτάμι, πουθενά γεφύρι. Βρίσκω ένα ωραιότατο μοντέρνο, ημιτελές, πλουμιστό, χρωματιστό γεφύρι αλλά όχι αυτό που έψαχνα.

 

 

Τελικά το γεφύρι που έψαχνα ήταν κάτω από το μοναστήρι, καμία σχέση με εκεί που βρέθηκα, όπως ανακάλυψα τώρα που γράφω το ταξιδιωτικό.

Το igo έλεγε ότι ο χωματόδρομος δεν έβγαζε πουθενά, αλλά με έτρωγε η περιέργεια. Θα έφτιαχναν τέτοιο γεφύρι για ένα δρόμο που σταματάει. Οπότε πέρασα το ρυάκι και πήρα το χωματόδρομο να δω που βγάζει. Για κάμποσο ήταν καλοστρωμένος αλλά τελικά προς το τέλος μετασχηματίστηκε σε κατσικόδρομο.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πάντως μας έβγαλε στη Δόλιανη και από εκεί Λεπτοκαρυά, Φραγκάδες, Κήποι και πίσω στο Μονοδένδρι. Ωραία ήταν τελικά, αν και ήταν ζεστή ημέρα και με τα δερμάτινα βράσαμε.

Για την επόμενη μέρα είχαμε μεγαλεπήβολα σχέδια. Θα κατεβαίναμε στο φαράγγι του Βίκου από το Μονοδένδρι, θα πηγαίναμε στις πηγές, θα κάναμε μπανάκι και μετά θα βγαίναμε στο χωριό Βίκος όπου θα μας περίμενε ο ξενοδόχος να μας φέρει πίσω με το αυτοκίνητό του. Έτσι πρωί πρωί κατεβήκαμε στο φαράγγι. Το φαράγγι του Βίκου το έχουμε περπατήσει 3-4 φορές αλλά πάντα είναι πανέμορφο. Μας είχε πει ο ξενοδόχος ότι είχαν ένα μαραθώνιο, οπότε θα ήταν καλύτερα καθαρισμένο και σηματοδοτημένο από τις άλλες φορές. Και όντως έτσι ήταν, άλλη μια ευχάριστη έκπληξη.

 Υπέροχα, πραγματικά υπέροχα.

 

 

 

 

 

 

 

 

Κάναμε 4 ωρίτσες και 10 λεπτά να φτάσουμε στις πηγές, ρίξαμε και μια βουτιά να δροσιστούμε και αποφασίσαμε αντί να πάρουμε τον ξενοδόχο τηλέφωνο να έρθει να μας πάρει από το χωριό Βίκος, να ξαναγυρίσουμε πίσω με τα πόδια. Υπέροχα, πραγματικά υπέροχα. Το μόνο που  χάλασε λίγο τα πράγματα ήταν ότι στην επιστροφή βρήκαμε μέσα σο φαράγγι δύο σκυλιά, αλλά ευτυχώς αναλώθηκαν μόνο σε γαυγίσματα. Την τρομάρα μας την πήραμε όμως. Απογευματάκι ήμασταν πίσω. Υπέροχη ημέρα.

 Δεν είχαμε ανέβει ποτέ από τις πηγές του Βοϊδομάτη ως το Μικρό Πάπιγκο, οπότε την επόμενη ημέρα πήραμε τη μηχανή πήγαμε στο χωριό Βίκος, την παρκάραμε, κατεβήκαμε στις πηγές, ανεβήκαμε από την απέναντι πλευρά στο Μικρό Πάπιγκο και ξανακατεβήκαμε στις πηγές, κάναμε μπλουμ στο κρύο νεράκι και επιστρέψαμε.

Γύρω στις δύο ώρες είναι το ανέβασμα από τις πηγές ως το Μικρό Πάπιγκο.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αυτή ήταν και η τελευταία μέρα των διακοπών μας.17 Σεπτεμβρίου το πρωί, φορτώσαμε και πήραμε το δρόμο της επιστροφής. Φυσικά επιλέξαμε την πιο «κουλή» διαδρομή. 590 χιλιόμετρα, και κοντά στις 9 ώρες, αλλά ήταν ωραία.

 

 

 

 

 

Συνοψίζοντας, ήταν ένα καταπληκτικό ταξίδι, μακριά από τη μαύρη καταχνιά που έχει πέσει πάνω από τη χώρα και που είμαι σίγουρος ότι λίγο ή πολύ επηρεάζει όλους μας.

 

Δεν ξέρω αν θα μου δοθεί ξανά η ευκαιρία για τέτοιου είδους ταξίδι, φοβάμαι ότι όπως πάνε τα πράγματα, ελάχιστοι από εμάς θα μπορούν για αρκετά χρόνια.

 

Για δύο μήνες έκανα τη ζωή που θα ήθελα να μπορώ να κάνω στην Ελλάδα. Να περπατάω στους δρόμους και τα μονοπάτια χωρίς άγχος ποιος με ακολουθεί, αν υπάρχουν αδέσποτα ή βλαμμένοι. Να χρησιμοποιώ τη μηχανή για να πάω στον προορισμό μου χωρίς να σιχτιριάζω από το πρώτο λεπτό. Να μη χρησιμοποιώ τη κόρνα κάθε λίγο και λιγάκι. Να συζητάω με ανθρώπους που σε κοιτούν στα μάτια και εννοούν αυτό που λένε, καλό ή κακό, χωρίς δήθεν χωρίς ωραιοποιήσεις.

Σε Αυστρία και Γερμανία όπου μείναμε, δεν υπήρχαν κάγκελα στις πόρτες και τα παράθυρα. Μεγάλες τζαμαρίες, αίθρια, οι άνθρωποι κάθονταν χωρίς να φοβούνται. Εμείς πως καταντήσαμε έτσι;

Τα μαγαζάκια άνοιγαν συγκεκριμένες ώρες τις ημέρες και το ωράριο ήταν αυστηρά καθορισμένο. Εμείς γιατί πρέπει να αλληλοεξοντωνόμαστε, συνέχεια ανοιχτά, Σάββατα, Κυριακές, αργίες.

 

Είδαμε άπειρα χωριουδάκια με 5 σπίτια και μία εκκλησία, χωριουδάκια ζωντανά, όχι ερειπωμένα, με μικρά παιδάκια να παίζουν στους δρόμους στις κορυφές των βουνών. Εμείς πως τα καταφέραμε και αφήσαμε τα χωριά μας να ερημώσουν, και γίναμε πρόσφυγες στη χώρα μας.

 

Γιατί το Fusch μπορεί να έχει δημοτικό σχολείο με 20 παιδιά, ενώ τη διπλανό χωριό είναι μόλις 3 λεπτά με το αυτοκίνητο και έχει και αυτό σχολείο και η δική τους κυβέρνηση δεν τα συγχώνευσε;  Γιατί οι ίδιοι άνθρωποι που έρχονταν στο φροντιστήριό μου (όταν το είχα) και απαιτούσαν να σπάσω τα 6μελή και πάνω τμήματα, τώρα αλαλάζουν ότι τα μεγάλα τμήματα (25-26) του σχολείου είναι καλύτερα για λόγους ανταγωνισμού;

 

Γιατί στην Κροατία όταν η Βιβή αντιμετώπισε ένα πρόβλημα με τα σιδεράκια, πήγε και εξυπηρετήθηκε με απόλυτο σεβασμό στο κέντρο υγείας χωρίς ουρές, λαδώματα, σπρωξίματα και άλλα τέτοια; Γιατί στην Κροατία οι ορθοδοντικές θεραπείες είναι ΔΩΡΕΑΝ για όλα τα παιδιά μέχρι να ενηλικιωθούν; Είναι καμιά υπερδύναμη η Κροατία με το kuna; Εμείς τι είμαστε, καθυστερημένοι; Δεν το αξίζουμε;

 

Και τώρα μερικά από τα στατιστικά μου:

 

Μέσος όρος που συμπεριλαμβάνει τα πάντα εκτός από εισιτήρια από και προς Ιταλία 69,36€ ανά ημέρα.

Αν συμπεριλάβω και τα εισιτήρια (452€) ανεβαίνει στα 76,53€ ανά ημέρα.

 

Και για αντιπαραβολή, το 2000 μόλις είχα αγοράσει την προηγούμενη μηχανή μου, το TDM850. Το καλοκαίρι του 2000, με τη Βιβή φύγαμε για 30 ημέρες στην Ελλάδα. Φάγαμε ελάχιστες φορές έξω και μόνο σε ταβέρνες χωριών, καφέδες μετρημένοι, η βενζίνη αρκετά φθηνότερη. Τα καταλύματα πολύ χειρότερα. Το κόστος τότε 1.000.000δρχ = 3000€ δηλαδή μέσος όρος ανά ημέρα 100€, το 2000. Στην Ευρώπη το 2011 το αντίστοιχο κόστος με καθημερινούς καφέδες, φαγητό σε κυριλέ εστιατόρια και σαλέ, παγωτά, σουβενίρ αξίας 430€ που φέραμε πίσω και διαμονή σε διαμερίσματα 76€.  


 

(........Τέλος.......)